Θεόδωρος Γιαννόπουλος

Τί ὡραῖα λόγια! Τί γλυκειὰ μελῳδία ἀκούσαμε ἀπόψε!, ἔλεγε ἡ ῾Ελένη στὴ μητέρα της τὸ βράδυ τῆς Παρασκευῆς τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, καθὼς ἐγύρισαν στὸ σπίτι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Καί χωρὶς νὰ τὸ καταλάβῃ ἐσιγοψιθύρισε:

Ἄγγελος πρωτοστάτης οὐρανόθεν
ἐπέμφθη εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τὸ Χαῖρε.

Δὲν ἐθυμόταν ὅμως τὸ παρακάτω κι ἐξακολούθησε:

«Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.

Ἀλλ’ ὡς ἔχουσα τὸ Κράτος ἀπροσμάχητον,
ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
ἵνα κράζω σοι: Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε
»

― Δὲν ξέρω, μητέρα, γιατί αὐτὸ τὸ τροπάριο μ’ ἀρέσει πολύ, συνέχισεν ἡ ῾Ελένη, ὃταν ἐτελείωσε τὸ ψάλσιμο.

― Μὰ εἶναι, παιδί μου, νὰ μὴ σ’ ἀρέσῃ καὶ νὰ μὴ σ’ ἐνθουσιάζῃ ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Παναγίας μας, ὁ ὁποῖος συνδέεται μὲ μία ἀπὸ τὶς πιὸ ἔνδοξες σελίδες τῆς ἱστορίας τοῦ Ἔθνους μας

— Ἀλήθεια, μητέρα, ἔχει κι αὐτός, ὅπως καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἐκκλησιαστικοί μας ὕμνοι, σχέσι μὲ τὴν ἱστορία τοῦ ῞Εθνους μας; ἐρώτησε τώρα ἡ ῾Ελένη ἐπίτηδες, γιὰ νὰ κάμῃ τὴ μητέρα της νὰ τῆς διηγηθῇ κάτι καινούργιο γιὰ τὰ κατορθώματα τῶν προγόνων μας, τὰ ὁποῖα τόσο τὴν ἐσυγκινοῦσαν καὶ τὴν συνήρπαζαν.

Κι ἡ μητερα ἡ ὁποία ἁφορμή ἐζητουσε γιὰ ν’ ἀπασχολῇ τὴν κόρη της μὲ ὠφέλιμες ἱστορίες, ἄρχισε:

«Πολλὲς φορὲς ἡ Κωνσταντινούπολις, παιδί μου, ἡ θαυμαστὴ πρωτεύουσα τῆς ἔνδοξης ῾Ελληνικῆς αὐτοκρατορίας, ἀντιμετώπισε μεγάλους καί φοβεροὺς κινδύνους καὶ πολλὲς φορὲς ἐχρειάσθηκε ν’ ἀγωνισθῇ σκληρὰ καὶ νὰ χύσῃ ἄφθονο τὸ αἷμα τῶν παλληκαριῶν της, γιὰ νὰ τοὺς νικήσῃ.

Μὰ ἐκείνη τὴ φορὰ εὑρέθηκε χωρὶς πολλοὺς ὑπερασπιστὰς καὶ ἡ ἀγωνία, τὴν ὁποίαν ἐδοκίμασε ὁ λαὸς μπροστὰ στὴ βάρβαρη ἐπίθεσι τοῦ ἐχθροῦ, δὲν ἦταν λίγη.

Ἦταν τὴν ἐποχή, ποὺ ὁ ῾Ηράκλειος, ἀφοῦ ἐσυνθηκολόγησε μὲ τοὺς βορεινοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κράτους, τοὺς Ἀβάρους, ἐκήρυξε τὸν πόλεμο ἐναντίον τῶν Περσῶν κι εἶχε πάει μακριά, μέσα στὰ βάθη τῆς Περσίας.

῎Ηθελε νὰ κτυπήσῃ τὸ θηρίο στὴν καρδιά του, μέσα στὴ χώρα του, γιατὶ ὁ κίνδυνος ἀπ’ αὐτὸ ἦταν μεγάλος.

Κίνδυνος τοῦ ῎Εθνους, κίνδυνος τοῦ Χριστοῦ, κίνδυνος τοῦ πολιτισμοῦ.

Οἱ νικηφόρες μάχες τῶν ῾Ελλήνων ἀκολουθοῦσαν ἡ μία τὴν ἄλλη κι ὁ Πέρσης βασιλεὺς Χοσρόης εἶχε περιέλθει σὲ δύσκολη θέσι. ῎Επρεπε ν’ ἀφήσῃ τὴ Χαλκηδόνα, ἀπὸ τὴν ὅποία μὲ τὰ στρατεύματά του ἐπίεζε τὴν πρωτεύουσα, καὶ νὰ γυρίσῃ στὴν Περσία.

Ἐπροσπάθησε ὃμως στὸ μεταξὺ νὰ πείσῃ τοὺς Ἀβάρους, για νὰ παραβιάσουν τὴ συμφωνία, τὴν ὅποίαν εἶχαν κάμει μὲ τὸν ῾Ηράκλειο, καὶ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸ βορρᾶ.

Προπαντὸς τώρα, ποὺ ὁ αὐτοκράτωρ μὲ τὸν πολὺ στρατὸ ἦταν πολὺ μακριὰ καὶ δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ γυρίσῃ. Καὶ οἱ ῎Αβαροι χωρὶς πολλοὺς δισταγμοὺς ἤ ἐπιφυλάξεις ἐδέχθηκαν καὶ παρεσπόνδησαν.

Ἐπετέθησαν λοιπὸν ἐναντίον τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ἄρχισαν νὰ καῖν᾽, ν’ ἁρπάζουν, νὰ λεηλατοῦν καὶ νὰ καταστρέφουν τίς βορεινὲς ἐπαρχίες, προχωρῶντας σιγὰ σιγὰ πρὸς τήν Πόλι, ἕως ὅτου ἔφθασαν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη της καὶ τὴν ἐπολιόρκησαν.

Φαντάζεσαι τώρα, ῾Ελένη, τὴν ἀγωνία τοῦ πολιορκημένου λαοῦ. Οἱ ἱκανοὶ μαχηταί του ἦσαν εἰς τὴν Περσία. Κι αὐτοὶ ἦσαν τόσο λίγοι… Καὶ πάλι ὅμως δὲν ἐδείλιασαν. Ἑνίσχυσαν τὴ φρουρὰ τῶν τειχῶν καὶ ἀντέταξαν ἀποτελεσματικὴ ἄμυνα.

Ἀλλ’ ἡ πολιορκία ἐγινόταν πιὸ στενὴ κι ἡ πίεσις στὰ τείχη ἐμεγάλωνε. Μάταια ὁ πατριάρχης Σέργιος καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βῶνος ἐπαρακαλοῦσαν τὸν ἀρχηγὸν τῶν Ἀβάρων Χαγᾶνο νὰ δεχθῇ ὅσα δῶρα θελήσει νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Πόλι.

Ὑπερήφανος ἐκεῖνος γιὰ τὴν εὔκολη, ὅπως ἐνόμισε, κατάκτησι ἔδιωξε μὲ βάναυσο τρόπο τοὺς ἀπεσταλμένους μ’ αὐτὰ τὰ ἀγέρωχα λόγια:

«Δὲν δέχομαι τίποτε. Νὰ φύγετε ὅλοι ἀπὸ τὴν Πόλι, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ γλυτώσῃ κανείς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθῆτε, ἐκτὸς ἄν γίνετε ψάρια καὶπεράσετε τὴ θάλασσα κολυμπῶντας ἢ πουλιὰ καὶ πετάξετε στὸν ἀέρα».

Κι ἐπανέλαβε τὴν ἐπίθεσι του αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ ξηρὰ μὲ τὶς περίφημες πολιορκητικὲς μηχανές, τοὺς κινητοὺς πύργους, κι ἀπὸ τὴ θάλασσα μ’ ἀναρίθμητα μονόξυλα.

Ὁ λαὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὑπεστήριζε τὴν ἄμυνά του. Ἔστρεψε ὃμως τὰ βλέμματα καὶ τὴν ψυχή του στὸ Θεό.

Ἐκεῖ κοντὰ στὰ τείχη, στὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, γονατιστοὶ ὅλοι ἐδέοντο μπροστὰ στὴν Ἅγια Εἰκόνα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς Πόλεως. Καί, ὤ! θαῦμα!

Τὴν ὥς τὴ στιγμὴ ἐκείνη γαληνεμμένη θάλασσα ἐτάραξε τρομερὴ τρικυμία. Τὰ μονόξυλα ἕνα ἕνα ἀναποδογύριζαν κι ἐβούλιαζαν. Κι ἡ ψυχὴ τῶν πολιορκημένων διὰ μιᾶς, ἐγιγαντώθηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.

῞Ωρμησαν ἐναντίον τῶν Ἀβάρων ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη. Κι αὐτοί, φοβισμένοι ἀπὸ τὴ συμφορὰ τῆς θάλασσας κι ἀπὸ τὴν ἀπροσδόκητη τροπὴ τῆς καταστάσεως, διελύθηκαν κι ἀναγκάσθησαν νὰ φύγουν. Νὰ φύγουν καὶ νὰ μὴ ξαναγυρίσουν!

Κι ἀμέσως πολεμισταὶ ἀνδρεῖοι, γέροντες σεβάσμιοι, γυναῖκες εὐσεβεῖς καὶ παιδιὰ χαρούμενα, ὅλοι πλημμυρισμένοι ἀπὸ εὐτυχία, μὲ τὸν Πατριάρχη, ὁ ὁποῖος ἐκρατοῦσε τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα μπροστά, ἐξεκίνησαν γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς Παναγίας.

Ὅλη τὴ νύκτα, ὄρθιοι, χωρὶς κανείς τους νὰ καθίσῃ, ἔψαλλαν στὴν Ὑπέρμαχο Στρατηγὸ νικητήριους ὓμνους, εὐχαριστίες καὶ δοξολογίες γιὰ τὸ θαῦμα τῆς σωτηρίας τους.

Ἔψαλλαν τὸν Ἀκάθιστο ὕμνο, παιδί μου, τὸν ὁποῖον κι ἐμεῖς κάθε χρόνο, σὰν ἀπόψε, ἐπαναλαμβάνομε στὴ μνήμη τῆς προστάτιδός μας Παναγίας καὶ τῶν ἀνδρείων ἐκείνων».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟΝ Ε´ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
Γ.ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ – Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ – Δ.ΔΟΥΚΑ – Δ.ΔΕΛΗΠΕΤΡΟΥ
Ν.ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1957

Εἰκόνα ἀπὸ: wikipedia

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»