του πατρός Δημητρίου Μπόκου

«Χαῖρε δεκτὸν πρεσβείας θυμίαμα»

Οἱ Χαι­ρε­τι­σμοὶ εἶ­ναι ἕ­νας με­γα­λό­πνο­ος ὕ­μνος πρὸς τὴν Πα­να­γί­α. Τὴν ὑ­μνοῦ­με μὲ τὰλαμ­πρό­τε­ρα λό­για τῆς ἀν­θρώ­πι­νης γλώσ­σας γιὰ τὴν ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη ὡ­ραι­ό­τη­τα ποὺ πε­ρι­βάλ­λει τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μορ­φή της. Ἀ­νά­με­σα στὰ πολ­λὰ ἐγ­κώ­μια, ποὺ ὁ ποι­η­τὴς τοῦ Ἀ­κα­θί­στου Ὕ­μνου ἀ­πευ­θύ­νει στὸ πρό­σω­πό της, εἶ­ναι καὶ ὁ στί­χος: «Χαῖ­ρε δε­κτὸν πρε­σβεί­ας θυ­μί­α­μα».

Ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι ὁμε­γά­λος πρέ­σβυς μας μπρὸς στὸν Θε­ό. Ἡ πρε­σβεί­α της γιὰ τὸν κό­σμο εἶ­ναι ἀ­δι­ά­κο­πη. Καὶ εὐ­χα­ρί­στως εὐ­πρόσ­δε­κτη ἀ­πὸ τὸν Θε­ό. Σὰν τὸ εὐ­ω­δια­στὸ θυ­μί­α­μα. Για­τί ὁ Θε­ὸς δέ­χε­ται τό­σο εὐ­χά­ρι­στα τὴν πρε­σβεί­α τῆς Πα­να­γί­ας;

Ἀ­να­φέ­ρε­ται πὼς ὁ σο­φὸς Σο­λο­μών­τας, βα­σι­λιὰς τοῦ Ἰσ­ρα­ήλ, μὲ τὸν μο­να­δι­κὸ πλοῦ­το καὶ τὴ δύ­να­μη ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει, ἔ­στη­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του στὸ πα­λά­τι τουἕ­να χρυ­σὸ καὶ ψη­λὸ θρό­νο. Γύ­ρω ἀ­π’ αὐ­τὸν δο­ρυ­φο­ροῦ­σαν οἱ φρου­ροί του. Ὅ­ποι­ος ἤ­θε­λε νὰ μι­λή­σει στὸν βα­σι­λιά, εἶ­χε δι­καί­ω­μα νὰ πλη­σιά­σει μό­νο μέ­χρι τὰ ἕ­ξι μέ­τρα ἀ­πὸ τὸν θρό­νο. Ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μιὰμέ­ρα μπαί­νει ἀ­να­πάν­τε­χα στὴν αἴ­θου­σα τοῦ θρό­νου ἡ μη­τέ­ρα του. Ὅ­πως ἦ­ταν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο, στέ­κε­ται στὰ ἕ­ξι μέ­τρα ἀ­π’ τὸν βα­σι­λιὰ καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ γιὰ κά­ποι­ο ζή­τη­μα. Τό­τε ὁ Σο­λο­μών­τας ση­κώ­νε­ται ἀ­μέ­σως ἀ­πὸ τὸν θρό­νο του καὶ τὴν κα­λεῖ νὰ πλη­σιά­σει κον­τά του.

-Ἐ­σὺ εἶ­σαι ἡ μά­να μου, τῆς λέ­γει, ἡ σε­βα­στὴ καὶ μο­να­δι­κὴ μά­να μου. Γιὰ σέ­να δὲν ὑ­πάρ­χει καμ­μιὰ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀ­νέ­βα στὸν θρό­νο καὶ ζή­τη­σέ μου ὅ,τι θέ­λεις. Ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι σὰν τὸν λα­ό μου καὶ τοὺς ὑ­πη­κό­ους μου. Στὶς προ­στα­γές σου εἶ­ναι καὶ ὁ βα­σι­λιάς. Μὴ δι­στά­ζεις, μί­λα ἐ­λεύ­θε­ρα.

Ἂν ὁ σο­φὸς Σο­λο­μών­τας τί­μη­σε τό­σο τὴ μη­τέ­ρα του, ὁΒα­σι­λιὰς τῶν Οὐ­ρα­νῶν, ὁ Θε­ός, ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ μὴν τι­μή­σει τὴ δι­κή του μη­τέ­ρα, τὴν Πα­να­γί­α; Αὐ­τὸς ποὺ ἔ­δω­σε τὸν νό­μο: «Τί­μα τὸν πα­τέ­ρα σου καὶ τὴν μη­τέ­ρα σου», ποὺ με­ρί­μνη­σε γιὰ τὴν Πα­να­γί­α ἀ­κό­μα καὶ κα­τὰ τὴν τε­λευ­ταί­α του στιγ­μὴ πά­νω στὸν Σταυ­ρὸ καὶ τὴν πα­ρέ­δω­σε στὸν μα­θη­τή τουἸ­ω­άν­νη νὰ τὴ φρον­τί­ζει, συ­νέ­χι­σε καὶ στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ τὴν τι­μᾶ καὶ νὰ τὴ δο­ξά­ζει. Ἔ­φτια­ξε θρό­νο ὑ­ψη­λὸ στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὴν ἔ­βα­λε νὰ κα­θί­σει στὰ δε­ξιά του. «Πα­ρέ­στη ἡ βα­σί­λισ­σα ἐκ δε­ξι­ῶν σου ἐν ἱ­μα­τι­σμῷ δι­α­χρύ­σῳ πε­ρι­βε­βλη­μέ­νη, πε­ποι­κιλ­μέ­νη»(Ψαλμ. 44, 10). Ἡ Πα­να­γί­α ἔ­γι­νε Βα­σί­λισ­σα τῶν ἀγ­γέ­λων, κά­θε­ται πλά­ι στὸν Υἱ­ό της καὶ τοῦ μι­λά­ει συ­νέ­χεια γιὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα τέ­κνα της, τοὺς ἀν­θρώ­πους. Πρε­σβεύ­ει, με­σι­τεύ­ει γιὰ μᾶς.

Καὶ ὁ Χρι­στός; Ἀ­κού­ει τὴ μη­τέ­ρα του; Ἔ­χει ἀ­ξί­α ἡ πρε­σβεί­α της; Ἢ μά­ται­α τὸν πα­ρα­κα­λεῖ;

Λέ­γει ὁ φω­τι­σμέ­νος δι­δά­σκα­λος τοῦ γέ­νους μας Ἠ­λί­ας Μη­νιά­της:

–  Σ’ὅ­λους τοὺς ἁ­γί­ους μπο­ρεῖ ὁ Θε­ὸς νὰ πεῖ κά­πο­τε ὄ­χι. Μό­νο ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει,στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ Θε­ὸς δὲν λέ­γει πο­τὲ ὄ­χι. ἩΠα­να­γί­α. Για­τὶ στοὺς ἁ­γί­ους λέ­γει: Ἔχε­τε χρέ­οςνὰ πα­ρα­κα­λεῖ­τε. Ἐ­νῶ στὴν Πα­να­γί­α λέ­γει: Ἐ­σὺ ἔ­χεις τὴ χά­ρηνὰ ζη­τᾶς. Ἄλ­λο τὸ χρέ­ος κι ἄλ­λο ἡ χά­ρη. Ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι πά­νω ἀ­π’ ὅ­λους τοὺς ἁ­γί­ους. Οἱ ἄλ­λοι ἅ­γιοι εἶ­ναι ἁ­πλῶς δοῦ­λοι τοῦ Θε­οῦ. Ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι ἡ μά­να τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ὑ­πη­ρέ­τες τοῦ Θε­οῦ κι ἔ­χουν χρέ­ος νὰ πα­ρα­κα­λοῦ­ν. Ἐ­νῶ ἡ Πα­να­γί­α εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τοῦ Θε­οῦ καί, χω­ρὶς νὰ πα­ρα­κα­λέ­σει, ἔ­χει τὸ δι­καί­ω­μακαὶ τὴ δύ­να­μη νὰ κά­νει ὅ­ποι­ο θαῦ­μα θέ­λει.

Λοι­πόν; Ὄ­χι μό­νο ἀ­κού­ει τὶς πρε­σβεῖ­ες τῆς μη­τέ­ρας του ὁ Χρι­στός, μὰ τῆς ἔ­χει δώ­σει τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ ζη­τά­ει ὅ,τι θε­λή­σει.

Κι ἐ­μεῖς; Ἔ­χου­με κα­τα­λά­βει τί ση­μαί­νει γιὰ μᾶς ἡ Πα­να­γί­α; Ἐμ­πι­στευ­ό­μα­στε τὴ ζω­ή μας στὰ χέ­ρια της; Ἀ­ξι­ο­ποι­οῦ­με τὴ με­γά­λη δω­ρε­ὰ νὰ τὴν ἔ­χου­με με­σί­τρια μπρο­στὰ στὸν Θε­ό; Καὶ μά­να μας;

Ἐ­κεί­νη μᾶς θε­ω­ρεῖ παι­διά της. Μᾶς θέ­λει κον­τά της. Ὄ­χι μό­νο γιὰ νὰ τῆς ὑ­πο­βάλ­λου­με τὰ αἰ­τή­μα­τά μας. Ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως γιὰ νὰ βλέ­που­με τὴν ἁ­γί­α ζω­ή της. Καὶ νὰ βα­δί­ζου­με στὰ ἴ­χνη της. Κα­τὰ τὴ μά­να, νὰ γί­νον­ται καὶ τὰ παι­διά της. Αὐ­τὴ θά ΄ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη τι­μὴ ποὺ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τῆς κά­νου­με.

Κι αὐ­τὴ σὰν μά­να θὰ κά­νει σί­γου­ρα τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὰπαι­διά της. Θὰκαί­ει πάν­τα τὸ εὐ­ω­δια­στὸ θυ­μί­α­μα τῶν πρε­σβει­ῶν της γιὰ μᾶς μπρο­στὰ στὸν θρό­νο τοῦ Θε­οῦ. Ἂς μὴ στα­μα­τή­σου­με λοι­πὸν πο­τὲ νὰ τῆς φω­νά­ζου­με:

«Χαῖ­ρε δε­κτὸν πρε­σβεί­ας θυ­μί­α­μα».

«Πα­να­γί­α Δέ­σποι­να Θε­ο­τό­κε, πρέ­σβευ­ε ὑ­πὲρ ἡ­μῶν τῶν ἁ­μαρ­τω­λῶν».

Ἡ Χά­ρη της καὶ ἡ εὐ­χή της πάν­το­τε νὰ μᾶς ἀ­κο­λου­θοῦν.

Παρασκευὴ Ἀκαθίστου
4 Ἀπριλίου 2008

Αντιύλη
Ι. Ναός Αγ. Βασιλείου, 481 00 Πρέβεζα 

Κείμενα του π.Δημητρίου Μπόκου ΕΔΩ

το «σπιτάκι της Μέλιας