Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ἄνοιξη! Ἡ νεότητα τοῦ χρόνου! Τί δύναμη! Τί ζωηρότητα!
Ἀπὸ τὸν Ἰανουάριο ἀκόμη ἄρχιζε στὸ περιβόλι μας τὸ φανέρωμα τῆς ἀκράτητης ζωῆς.

Οἱ ἀνυπόμονες ἀμυγδαλιὲς καὶ οἱ ντροπαλὲς ροδακινιὲς προλάβαιναν νὰ πετάξουν πρῶτες πρῶτες τὰ μπουμπούκια τους, γιὰ νὰ γεμίσουν τοὺς γυμνοὺς ἄφυλλους κλώνους τους, ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες, μὲ τ᾽ ἄσπρα καὶ κόκκινα ἀνθάκια.

Ἄσπρη καὶ κόκκινη καὶ πράσινη, τρίχρωμη ἡ σημαία τῆς ἄνοιξης.

Τὴν ἀδερφούλα μου τὴν ἐτρέλλαιναν, περισσότερο ἀπ᾽ ὅλα, τ’ ἀνθάκια τῆς ροδακινιᾶς, ρόδινα, δροσερά, λαμπρά, σὰν φτεράκια ἀπὸ φανταστικὲς πεταλοῦδες, ποὺ κάθισαν πλῆθος ἐπάνω στὸ ἄφυλλο δέντρο. Εἶχε δίκιο.

Τί παρηγοριά, ποὺ δίνει ἡ ἄνθηση αὐτὴ ἡ γλυκειὰ μέσα στὸν κατάξερο ἀκόμη κῆπο, μέσα στὰ κρύα τοῦ χειμώνα! Ἦταν ὁ προάγγελος τῆς ἀγαπητῆς ἄνοιξης, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ μακριά…

Ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα ἡ χώρα μας γύριζε πάλι τὸ πρόσωπό της κατὰ τὸν ἥλιο καὶ οἱ ἀκτίνες του ἔπεφταν ἐπάνω ὁλοένα πιὸ κάθετες, πιὸ θερμές.

Καὶ ἔβγαιναν τὰ μπουμπούκια ἄφθονα καὶ βλάσταιναν τὰ νέα τρυφερὰ φύλλα καὶ γύριζαν πίσω τὰ πουλιὰ καὶ πλήθαιναν τὰ ζωύφια καὶ ἄρχισε μία πολυθόρυβη καὶ πολυσύνθετη ζωή, καταπράσινη, κάτω ἀπὸ τὸ γαλάζιο καὶ γελαστὸ οὐρανό, ποὺ φαινόταν καὶ αὐτὸς νέος.

Καὶ ἔφτανε ἔτσι ὁ Μάης ὁ μορφονιός, τὸ βασιλόπουλο, καὶ τὸν δεχόταν τὸ περιβόλι μας σὰ στολισμένο ἀνάκτορο. Ὅπου γύμνια, τὴ σκέπαζε φύλλωμα καινούριο καὶ πυκνό, ὅπου φύλλωμα καινούριο καὶ πυκνό, τὸ στόλιζαν λογιῶν λογιῶν ἄνθη.

Οἱ τριανταφυλλιές, σὲ μακριὲς σειρές, ἄνοιγαν τὰ ἀριστοκρατικά τους μπουμπούκια· ἀνθοῦσε ζωηρὸ τὸ ἀγιόκλημα, σήκωναν λευκότατο κεφάλι οἱ κρίνοι καὶ τὰ χαμόδεντρα ἦταν φορτωμένα ἀπὸ ἄνθη χωρὶς εὐωδιά, ἀλλὰ μὲ χάρη καὶ χρώματα.

Καὶ στὸ μοσχοβολισμένο ἀέρα πετοῦσαν μὲ γλυκύτατα τραγούδια τὰ πουλιὰ καὶ βομβοῦσαν ἀμέτρητα χρυσοπράσινα ἔντομα…

Βλέπω ἀκόμη ἐμπρός μου τὸ χαρούμενο, τὸ ἀπερίγραπτο αὐτὸ πανηγύρι. Ἀκούραστοι καὶ ἀχάρταγοι τρέχαμε ἐπάνω κάτω μὲ τὴν ἀδερφούλα μου. Ἡ Φύση μᾶς μιλοῦσε μὲ χίλια στόματα, μὲ χίλιες φωνές. Μᾶς πλημμυροῦσε ἡ εὐφροσύνη τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἀγάπης.

«Ζήσετε, σὰ νὰ μᾶς ἔλεγε, παιδιά μου! Ζήσετε ἀγαπημένα καὶ χαρούμενα. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ μόνη ἀληθινὴ εὐτυχία σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο!».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

Νεοελληνική Λογοτεχνία Στ’Δημοτικού
Γ. ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΟΥ, Δ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ, Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Θ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ν. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
1952

Εἰκόνα ἀπὸ: Pinterest

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»