Έλενα

Έξω από το παράθυρό μου, λίγο πριν τις δύο τα ξημερώματα, κινείται μυστικά η άλλη Ελλάδα. Αυτή που προσπαθούν να την στραγγαλίσουν γι αυτό και βγαίνει μόνο νύχτα πια….

Τραβώ την κουρτίνα και στο έρημο δρόμο φέγγουν  τα μικρά καντηλάκια πίσω από τις πόρτες τις τζαμωτές των γειτόνων. Δεν έχουμε εμείς πολυκατοικίες.

Όλα είναι πατρώα, μοναχικά και μοναδικά, άντε το πολύ δύο ορόφων οικογενειακά και σπανίως τριών πατωμάτων.  Οι ψυχές ζουν μαζί με τους ζωντανούς, ήρεμα και ήμερα. Όπως το ρυζόγαλο με την κανέλλα…περίπου.

Νιώθεις πως οι ανάσες γαληνεύουν τα κρεβάτια των νοικοκυραίων και το φως, στον στύλο αντίκρυ, φέγγει προσευχές πίσω από τα κλειστά παντζούρια. Προσευχούλες που βγήκαν από τις γρίλιες να δοξάσουν τον Θεό των νυχτερινών πραγμάτων στα ρείθρα των πεζοδρομίων, όπου παίζαμε παιδιά και τώρα δεν υπάρχουν πια παιδιά να παίξουν.

Όμως Ελλάδα είναι που κλαίμε για τους παιάνες που ορφανεύουν μέσα μας, για τα τέκνα που δεν θα γίνουν ποτέ ευπατρίδες, για τις γωνιές που είχαμε ματώσει τα γόνατα παίζοντας και το αίμα μας ήταν το τελευταίο ελληνικό που γνώρισαν, για τις αγάπες που σε χρώμα λευκό και μπλε έγιναν καημός αντί να γίνουν σημαίες.

Ένα βαθύ παράπονο-νταλκάς σου σκάβει το στήθος και σου βγαίνει λυγμός- ακατάπαυστο ποτάμι που σε τραντάζει, εσένα το καραβάκι που θες νυχτιάτικα να πας στην Πόλη. Είναι κι’ αυτό Ελλάδα που γαντζώθηκε στην τρέλα σου, για να σωθεί από τους.. λογικούς προδότες της.

Μην ζητάς να εκδικηθείς τον πόνο της. Μόνο αγάπησέ την κι’ απόψε, κοιτώντας από το παράθυρό σου αυτά που δεν φαίνονται την ημέρα. Πλησιάζει  όμως ο καιρός που οι Παναγιές και οι πατρίδες της νύχτας, θα βγουν στο φως.

Τότε όλα θα χαμογελάσουν την δικαίωση όσων στα σκοτάδια κρατούσαν φυλαχτό τα αμύθητα της σεμνής ευτυχίας που θα γίνει διάδημα στα μέτωπα εκείνων που -χρόνια τώρα- κλαίνε πίσω από κλειστές κουρτίνες….

Πηγή: τί και πώς

το «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»