«Τεκνία ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» γιατὶ αὐτὸ φτάνει γιὰ ὅλα. Νὰ ἀγαπήσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, ἀλληλεγγύη ὁ ἕνας πρὸς τὸν ἄλλο, νὰ ἀλληλοεξυπηρετήσει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. 

Ἐγώ, θὰ μοῦ πεῖτε ὅτι τὰ λέω αὐτὰ γιατὶ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἐξυπηρετήσω κανένα καὶ ἐμένα μὲ ἐξυπηρετοῦνε, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἱκανός, γι’ αὐτό.

Ὅλοι μας καὶ σὲ ὅ,τι μπορεῖ ὁ κάθε ἕνας, ἂν δὲν μποροῦμε μὲ ἔργα, τουλάχιστον μὲ τὴ διάθεση τῆς καρδιᾶς.

Σὲ κάθε ἐπίθεση στρατιωτικὴ χρειάζεται ἀμέσως καὶ σταθεροποίηση γιατὶ ἂν δὲν σταθεροποιηθεῖς δέχεσαι ἀντεπίθεση ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ μέτωπο ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐμεῖς κάνοντας κάτι καὶ νομίζοντας ὅτι προοδεύσαμε κάπου πρέπει νὰ ζητᾶμε σταθεροποίηση, καὶ «ὁ δοκῶν ἑστάναι, βλεπέτω μὴ πέσῃ» (Α΄ Κοριν. 10, 12).

Εἶναι μυστήρια ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ζήσει ἐν ἡσυχίᾳ, ἡσυχία ἐννοῶ τὴν ἄνεση. Τὴν ἡσυχία τὴν πνευματικὴ πρέπει νὰ τὴν ἐπιδιώκουμε. Δὲν μπορεῖς νὰ πετύχεις σὲ καιρὸ ἀνέσεων οὔτε μὲ ἀνάπαυση στὰ πράγματα τοῦ κόσμου, στὰ ὑλικὰ καὶ τὰ λοιπά.

Ὁ ὄφις γιὰ νὰ ἀλλάξει τὸ πουκάμισό του πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ στενὸ τόπο νὰ ἀφήσει τὸ παλιό του δέρμα γιὰ νὰ τοῦ φυτρώσει τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ ὁ χριστανὸς πρέπει νὰ περάσει ἀπὸ τὴ στενὴ πύλη, νὰ τριφτεῖ καὶ αὐτὸς γιὰ νὰ βγάλει τὸ παλαιὸ ἔνδυμα, τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ ἐπενδυθεῖ τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.

Ὅπως ἐμεῖς ἑτοιμάζουμε τὸν πνευματικό μας ἐξοπλισμὸ γιὰ νὰ ἀντιπαρέλθουμε τὸν καιρὸ τῶν νηστειῶν, ἔτσι καὶ αὐτὸς (ὁ διάβολος) ἑτοιμάζει τὸν πόλεμό του μὲ τοὺς δικούς του.

Ὁ πόλεμος γίνεται καὶ ἔμμεσα καὶ ἄμεσα. Καὶ μὲ πνεύματα, μὲ δαίμονες καὶ μὲ ἀνθρώπους ποὺ τὸν ὑπακοῦνε.

Γι’ αὐτὸ οἱ πειρασμοὶ ποὺ μᾶς ἔρχουνται αὐτὸν τὸν καιρὸ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς εἶναι ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπὸ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς ὅλων τῶν ἄλλων περιόδων τοῦ ἔτους.

Πρέπει νὰ εἴμαστε νηφάλιοι, νὰ ἔχουμε τὸν νοῦ μας.

Νὰ εἴμαστε στὴ θύρα ξάγρυπνοι ἵνα ἐργαζόμαστε καὶ ἵνα φυλάττομε, καθὼς ἔχει πάρει ἐντολὴ ὁ πρωτόπλαστος στὸν Παράδεισο, «ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ Παραδείσῳ ἐργάζεσθαι αὐτὸν καὶ φυλάσσειν» (Γεν. 2, 15).

Ἡ νηστεία ἔχει ἐπιπτώσεις ὁπωσδήποτε στὸ σῶμα, ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητη γιὰ τὴν πνευματικὴ ἀνάπτυξη τοῦ ἀνθρώπου. 

Ὅλα τὰ ποδοπατοῦμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ μὲ τὴ δύναμή Του μᾶς ἔδωσε ἐξουσία στὸ πρόσωπο τῶν Ἀποστόλων Του «ἵνα πατοῦμεν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπιῶν καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσει» (Λουκ. 10, 19), οὐδὲ βλάψει.

Διανύουμε τὴ σταυρώσιμη περίοδο τῆς Σαρακοστῆς, γιὰ νὰ φτάσουμε στὴν ἀέναο χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας.

Ὅποιος δὲν περάσει τὸν σταυρὸ δὲν θὰ δεῖ καὶ τὴν ἀνάσταση, μπορεῖ μὲν νὰ ἑορτάσει ἀνάσταση, νὰ φάει καὶ νὰ πιεῖ, νὰ σουβλίσει καὶ τὸ ἀρνί, νὰ τσακίσει καὶ τὰ αὐγά, καὶ τὰ καλιτσούνια καὶ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ οὐσιαστικά, πνευματικὰ δὲν ἑορτάζει Πάσχα, δὲν γιορτάζει ἀνάσταση στὴν ψυχή του μέσα.

Ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ γενικότερα, ἀλλὰ ἰδίως τοῦ μοναχοῦ εἶναι ἡ σταυροαναστάσιμη. Σταυροαναστάσιμη, πρῶτα σταύρωση καὶ ὕστερα ἀνάσταση, γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμαστε πάντοτε πρόθυμοι στὸν ἀγώνα.

Θὰ βαδίσουμε, θὰ προσπεράσουμε τὰ πάντα, θὰ προσπεράσουμε καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέα τοῦ θανάτου. «Ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον, ποῦ σου ᾍδη τὸ νίκος; Ἀνέστη Χριστὸς καὶ οὐδεὶς νεκρὸς ἐπὶ μνήματος».

Τὸ κέντρο τοῦ θανάτου εἶναι ἡ ἁμαρτία, «ποῦ σου θάνατε τὸ κέντρον;» Ἀνέστη Χριστὸς καὶ τὸ κέρας ἐξέλειπε καὶ ἐσὺ ἐξέλειπες.

Ἔσχατος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος, ὅλοι οἱ ἐχθροὶ καταργήθηκαν γιατὶ λέει «κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου» (Ψαλμ. 109, 1), ὅλους τοὺς ἐχθρούς, καὶ τελευταῖος ἐχθρὸς καταργεῖται ὁ θάνατος.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Γέροντας Ἀναστάσιος ὁ Κουδουμιανός, ἐκδ. Ἱ. Κοινοβιακὴ Μονὴ Κοιμήσεως Θεοτόκου Κουδουμᾶ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 24ο – Τεῦχος 259 – Μάϊος 2014 |

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»