Από σειρά ζωγραφικών πινάκων με λαϊκές παραστάσεις που φιλοτέχνησε η Βάσω Γώγου για την έκδοση του ΚΕΠΕΜ «Ανοίξετε την πόρτα σας» με 59 κάλαντα από το αρχείο του Σίμωνα Καρά

Ανταμώσαμε με παλιούς κατοίκους για να μας μεταφέρουν ότι θυμούνται από τις γιορτές του Δωδεκαημέρου στη Νέα Χηλή Αλεξανδρούπολης. Τότε που υπήρξαν και αυτοί παιδιά.

της Ουρανίας Πανταζίδου

«Καλήν εσπέραν άρχοντες αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη Θεία γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας…».

Χαρμόσυνες φωνές αντιλάλησαν από το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων στις γειτονιές μας. «Να τα πούμε;». Μικρές φατσούλες με τη συνοδεία της μαμάς αλλά και τα μεγαλύτερα παιδιά – μεμονωμένα ή με παρέα – δίνουν μια ευχάριστη νότα στο «χωριό μας»!

Καλαντιστές στη Νέα Χηλή Αλεξανδρούπολης

Βρήκαμε την ευκαιρία να ανταμώσουμε με παλιούς κατοίκους για να μας μεταφέρουν ότι θυμούνται από τις ημέρες του Δωδεκαημέρου στη Νέα Χηλή. Τότε που υπήρξαν και αυτοί παιδιά. Ξυπνώντας τις μνήμες τους μάθαμε ότι τα παλαιότερα χρόνια, τα παιδιά έβγαιναν να ψάλλουν τα κάλαντα μόλις νύχτωνε.

Τρεις φορές έβγαιναν, Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά και τα Φώτα. Παντού, σε όλο το χωριό άκουγες τις παιδικές φωνές να ψάλλουν. Όλοι με το καλαθάκι στο χέρι. Το φιλοδώρημα ήταν ένα μανταρίνι, καρύδια, κάστανα, ξυλοκέρατα και σπάνια από καμιά δεκάρα οι πιο κοντινοί συγγενείς. Γέμιζε το καλαθάκι από καλούδια.

Έτσι φτωχικά ήταν τα χρόνια εκείνα, φτωχικό και το φιλοδώρημα. Χαρακτηριστική είναι η εικόνα που μας μεταφέρει η κ. Σοφία Σουρμαΐδου – Σταφυλά: «Βρισκόμαστε έξω από ένα σπίτι και ψάλλουμε τα κάλαντα. Τελειώνοντας ακούμε από μέσα τη φωνή της γυναίκας να φωνάζει στον άνδρα της «Να τους δώσω ολόκληρο το πενηνταράκι (εννοώντας τα 5 λεπτά της δεκάρας) ή ψωμί με ζάχαρη;»».

Το ίδιο επαναλαμβανόταν και την Πρωτοχρονιά. «Πάει ο παλιός ο χρόνος ας γιορτάσουμε παιδιά…».

Η γειτονιά μοσχομύριζε από τα τσουρέκια και τη βασιλόπιτα. Οι φούρνοι έπαιρναν φωτιά – κυριολεκτικά. Από τα ξημερώματα σηκώνονταν οι νοικοκυρές για να φτιάξουν τη μαγιά, να περιμένουν να φουσκώσει και στη συνέχεια να ζυμώσουν το ζυμάρι.

Εκείνα τα χρόνια ζύμωναν ολόκληρη σκάφη και γέμιζαν τα ταψιά με τις λαχταριστές πλεξούδες. Η βασιλόπιτα βεβαίως είχε την τιμητική της. Τα παιδιά χαίρονταν γιατί τότε οι γονείς θα αγόραζαν στα παιδιά τους καινούργια ρούχα ή κάποια κορδέλα για τα μαλλιά των κοριτσιών. Μπορεί να ήταν φτωχικά αλλά όλοι ήταν χαρούμενοι τις γιορτινές τούτες μέρες.

Αλήθεια τι περίεργο. Απ’ όλους ακούμε την ίδια φράση: «Ήταν φτωχικά τότε αλλά ήταν ωραία χρόνια, όλοι ήταν χαρούμενοι». Αυτόματα μου ήρθε στο μυαλό το τραγουδάκι «Που ‘ναι τα χρόνια, ωραία χρόνια…».

Από τις μνήμες της κ. Λίσως Παμπουκίδου – Σκορδαλά μάθαμε ότι παραμονή Πρωτοχρονιάς υπήρχε ένα έθιμο στο χωριό μας. Κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, γύρω στις δώδεκα παρά πέντε, κοπέλες πήγαιναν στην πηγή (στο σημερινό πάρκο).

Έπρεπε να πάνε και ένα κομμάτι πίτα, για το καλό του χρόνου. Όποια έφτανε πρώτη έκανε και μια ευχή. Στη συνέχεια έπαιρναν νερό για να λουστούν, για να έχουν όμορφα μαλλιά. Κρατώντας τη λάμπα, γινόταν αγώνας ποια θα φτάσει πρώτη.

Οι πίτες ήταν για τον φτωχό περαστικό ή για τα πουλιά. Και όπως έχει καταγραφεί από την κ. Λίσω: «Όσα χρόνια πήγαινα, ακόμη και όταν γέννησα την κόρη μου, ποτέ δε πρόλαβα να πάω πρώτη… Παρότι έμενα κοντά και έτρεχα, δεν τα κατάφερα».

Την παραμονή των Φώτων πάλι τα παιδιά έψελναν τα κάλαντα «Σήμερα τα Φώτα κι οι φωτισμοί και χαρά μεγάλη και αγιασμοί. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθετ’ η κυρά μας η Παναγιά, όργανο βαστάει κερί κρατεί και τον Άη Γιάννη παρακαλεί. Άη Γιάννη αφέντη και βαπτιστή, βάπτισε κι εμένα Θεού παιδί…».

Την επομένη, ανήμερα των Φώτων, μετά τη λειτουργία πήγαινε όλο το χωριό στη θάλασσα. Παλαιότερα, μας λένε, ο παπάς έμπαινε σε μια βάρκα (πάντα στη θέση «Καλαμάκι») και έριχνε το Σταυρό στα ανοικτά.

Τον ακολουθούσαν και άλλες βάρκες με κόσμο. Πέφτανε τα παλικάρια να πιάσουν το Σταυρό. Αυτός που έπιανε το Σταυρό τον φορούσε στο λαιμό του και με ένα μεγάλο δίσκο μαζί με τους υπόλοιπους κολυμβητές γυρνούσαν και ράντιζαν στα σπίτια ψάλλοντας «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις…». Προσκυνούσαν οι πιστοί βάζοντας επάνω στο δίσκο χρήματα, ότι μπορούσε ο καθένας. Το βράδυ γλεντούσαν όλοι μαζί.

 

Θεοφάνεια στη Νέα Χηλή (Καλαμάκι). Ο Κώστας Τοροσιάδης μόλις επέστρεψε από την άδειά του από το στρατό και έτρεξε να βουτήξει για το Σταυρό

Τα Χριστούγεννα τα παιδιά πήγαιναν στην περιοχή «Καβάχτερε» για να κόψουν το Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εκείνα τα χρόνια το στόλιζαν με βαμβάκι και με χρυσά φιογκάκια που έφτιαχναν από τα πακέτα των τσιγάρων…

Τα χρόνια περνούσαν, τα παιδιά εκείνης της γενιάς μεγάλωναν και άλλα μικρότερα έπαιρναν τη σκυτάλη. Σιγά-σιγά τα πράγματα άλλαξαν. Τώρα πια τα παιδιά έβγαιναν να ψάλλουν τα κάλαντα το πρωί.

Και όπως λένε τα παραμύθια ήμουν και εγώ εκεί. Θυμάμαι ότι και εγώ με την αδελφή μου βγαίναμε να πούμε τα κάλαντα. Όμως επειδή ήμασταν λιγάκι ντροπαλές πηγαίναμε σε λίγα επιλεγμένα σπίτια και πάντα στη δική μας γειτονιά… Κατά κάποιο τρόπο γνωρίζαμε ότι μας περίμεναν…

Ακόμη και σήμερα φέρνουμε στη μνήμη μας τη «θεία» Ανάστα Αραπίδου που σαν μας έβλεπε στην πόρτα της άνοιγε διάπλατα μια μεγάλη αγκαλιά φωνάζοντας «Πουλόπαμ, πουλόπαμ, λελέβωσας». Και πάντα μας έδινε το πιο μεγάλο φιλοδώρημα. Ακολουθούσε η «θεία» Παναγιώτα Φουντουκίδου.

Αυτές τις ημέρες θυσιαζόταν και τα γουρουνάκια που έκτρεφαν όλο το προηγούμενο διάστημα για να καλύψουν το τραπέζι της οικογένειας (τα δικά μας χοιροσφάγια). Παιδάκι, θυμάμαι, με τρόμαζε το γρύλισμά τους που ακουγόταν σε όλες τις γειτονιές. Ακολουθούσε η γαλοπούλα που θα στόλιζε – γεμιστή – το γιορτινό τραπέζι…

Για οικονομία χώρου δεν καταγράφω άλλες μνήμες.

Καλά Χριστούγεννα και ο Μικρός Χριστός ας φέρει στις καρδιές μας αγάπη, ειρήνη και ελπίδα!

Και όπως λέμε και εμείς οι Πόντιοι, Υ(γ)είαν κι Ευλο(γ)ίαν και Καλόν Χρονίαν!!!

Ουρανία Πανταζίδου
Υποπλοίαρχος Π.Ν. (ε.α)

Πηγή: Alexandroupoli Online

το «σπιτάκι της Μέλιας»