Μητροπολιτικός ναός  Αγίου Νικολάου Βόλου

Έλενα

«Μοναχούτσ’κος φέτος Αη Νικόλα μου » είπε , μιμούμενη τον ιδιωματικό και τρυφερό τρόπο ομιλίας της γιαγιάς της.
Οδηγούσε δίπλα από το ναό και δάκρυσε καθώς σκεφτόταν προηγούμενες χρονιές.

Ο άγιος ήταν γείτονάς της. Έβλεπε την εκκλησία από το παράθυρό της, άκουγε τις καμπάνες σαν τον χτύπο μιας καρδιάς, προσέπιπτε, ήξερε τις εικόνες μια-μια, γνώριζε τους ανθρώπους του ναού (κληρικούς και λαϊκούς).

Την ένοιαζε και την πονούσε.

Πήρε να κλαίει ήρεμα με ένα κλάμα σχεδόν δικαιωματικό αλλά καθόλου λυτρωτικό. Δεν ήταν συναίσθημα. Ήταν ο φόβος της σκλαβιάς που είχε ήδη αρχίσει και το άδικο που έκαναν οι άνθρωποι στους Αγίους, στον Χριστό, την Παναγία. Το ένιωθε πως όλοι ετούτοι είναι πάνω από το άδικο αλλά η καρδιά της βούλιαζε όταν τους κοίταζε στις εικόνες έτσι αθώους και δικούς της και ήθελε να τους προστατεύσει…. Αν είναι δυνατόν!  Όμως αυτή τους είχε Φίλους, της έκαναν θαύματα, τους είχε υποχρέωση και τώρα ένιωθε φρικτά που την κρατούσαν μακριά τους και δεν μπορούσε να κάνει κάτι.

Έπιασε δεξιά και παρκάρισε.

Για την ακρίβεια ήθελε να κρεμάσει τα χέρια της ακίνητα, όπως όταν παραιτείσαι, όταν αφήνεσαι να εγκαταλειφθείς από τις ίδιες σου τις δυνάμεις. Φόρεσε τα γυαλιά του ηλίου να μην την βλέπουν και έκλαιγε ένα κλάμα μεγάλο, χορταστικό σαν να περιείχε όλη της την καρδιά. Δίχως λυγμό. Ένα κλάμα σοβαρό σαν υπογραφή για την υπόσχεση που έδινε πως δεν θα ξεχάσει….

Το απόγευμα της παραμονής και του πανηγυρικού Εσπερινού που ξαναπέρασε, οδηγώντας πάλι, άκουσε τα μεγάφωνα από μακριά, από τον κάτω δρόμο. Χαμογέλασε…. «ο Γέροντας στέλνει μήνυμα» είπε «στους εξορισμένους πιστούς». Κώδικες….Περίπου όπως λέγαμε παλιά» χτυπούν απόψε στην ταράτσα τον Ανδρέα».

Όταν πλησίασε η πλατεία του ναού ήταν αποκλεισμένη με κόκκινες απαγορευτικές ταινίες και αστυνομικοί φρουρούσαν μην περάσει κάποιος πιστός και σταθεί κοντά στην εκκλησιά και μυρίσει λιβάνι και του έρθει η…όρεξη να μπει για να ανάψει κεράκι!

Δεν είχε πια δάκρυα να κλάψει . Μόνο χείλια σφιγμένα είχε και το παλιό τραγούδι…

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα `μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
Που πάει να πει
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά
Μες στις καρδιές μας αρχινάει το πανηγύρι
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ.

Τακ τακ εγώ, τακ τακ εγώ κόλλησε η βελόνα στο παλιό πικ απ που έπαιζε μέσα της και μετά τα μπέρδεψε: Φως ιλαρόν…τακ τακ… Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος, Μοναχούτσ’κος φέτος…αχ Θεέ μου μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ.

Πηγή: τί και πώς

το «σπιτάκι της Μέλιας»