Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

«Ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καί ὅ,τι ἄν προσδαπα­νή­­σῃς ἐγώ ἐν τῷ ἐπα­ν­έρ­­χεσθαί με ἀποδώσω σοι» (Λουκ. 10.35).

Μία πολύ γνωστή πα­ρα­­­βολή μᾶς ὑπενθύμισε σήμερα τό εὐαγγελικό ἀνάγνω­σμα, τήν παρα­βο­λή τοῦ καλοῦ Σαμα­ρείτου. Ἡ παραβολή αὐ­τή ἀποτελεῖ τήν ἀπά­ν­τηση τοῦ Ἰησοῦ στήν ἐρώτηση ἑνός νομικοῦ, ὁ ὁποῖος θέλοντας νά τόν φέρει σέ δύσκολη, ὅπως νόμιζε, θέση, τόν ρώ­τη­σε γιά τίς προϋπο­θέ­σεις πού ἀπαιτοῦνται προκειμένου νά κληρο­νο­μήσει τήν αἰώ­νια ζωή.

Ἀσφαλῶς ὁ νομικός θά περίμενε νά τοῦ ἀ­παριθμήσει ὁ Χριστός τίς αὐ­στηρές ἐπιταγές τοῦ Μω­σαϊ­κοῦ νόμου καί τίς ἑρ­μηνεῖες πού εἶ­χαν δώ­σει οἱ Φαρι­σαῖοι γιά νά δυσκο­λεύ­ουν τή ζωή τῶν ἀνθρώ­πων, ὅλα ἐκεῖνα δη­λαδή, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος ὁ Χρι­στός χαρακτήρισε «φορ­τία βαρέα καί δυσ­βά­στακτα». Ὅμως ὁ Χρι­­στός τοῦ ἀνέφερε μία καί μόνη ἐν­τολή, τήν ἐντολή τῆς ἀγάπης πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον ὡς τήν ἐντολή ἀπό τήν ὁποία κρίνεται τό αἰώνιο μέλ­λον τοῦ ἀνθρώπου.

Ἀντιλαμβανόμενος, λοιπόν, ὁ νομικός ὅτι ἡ ἀπάντηση τοῦ Χριστοῦ ἔφε­ρε τόν ἴδιο σέ δύ­σκολη θέση, ἔθεσε ἕνα νέο ἐρώτημα: «Τίς ἐστίν μου πλη­σίον;». Αὐτό ἔ­δωσε στόν Χρι­στό ἀφορμή νά τοῦ ἀπαντή­σει μέ τήν ἀνεπανάληπτη πα­ρα­­βο­λή τοῦ καλοῦ Σα­μα­ρεί­του.

Δέν θά σταθῶ σήμερα σέ ἄλλα στοιχεῖα τῆς γνωστῆς σέ ὅλους μας πα­ρα­βο­λῆς· θά σταθῶ σέ μία μόνο κρί­σιμη λε­πτομέρεια στήν κατά­λη­ξη τῆς παρα­βο­λῆς, στόν ρόλο τοῦ πανδοχέως.

Ὁ Χριστός ὡς καλός Σαμαρείτης εἶναι ὁ μό­νος πού περιποιεῖται καί φρο­ντίζει τόν ἐμπε­σόντα εἰς τούς ληστές ἄνθρωπο, δηλαδή τόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος μετά τήν πτώση καί τήν ἔξωση ἀπό τόν παράδεισο βρέ­θηκε δέσμιος τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας. Τόν περιποιεῖται καί τόν με­ταφέρει σέ ἕνα πανδο­χεῖο γιά νά παραμείνει μέχρι νά ἀναρρώσει καί νά ἀναλάβει δυνάμεις. Καί ἐκεῖ τόν ἐμπιστεύ­ε­ται στή φροντίδα τοῦ παν­δοχέα καί τοῦ ὑπό­σχεται νά τοῦ πληρώσει τά ἔξοδα πού θά κάνει γιά τήν περιποίησή του, ὅταν θά ἐπιστρέψει.

Ἄς προσέξουμε, ἀδελ­φοί μου, αὐτό τό ση­μεῖο: ὁ Χριστός δέν προ­­­καταβάλει ἕνα ποσό γιά τή ἀποθεραπεία τοῦ τραυματία, ἀλλά ζητᾶ κατά κάποιον τρόπο καί ἀπό τόν πανδοχέα νά τό συμμετάσχει ὁ ἴδιος στό κό­στος.

«Ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καί ὅ,τι ἄν προσδαπα­νή­σῃς ἐγώ ἐν τῷ ἐπα­νέρ­χεσθαί με ἀποδώσω σοι».

Θά μποροῦσε, ἀσφα­λῶς, νά τοῦ δώσει τά χρή­ματα ἐκ τῶν προτέ­ρων, ἐπι­λέγει ὅμως αὐ­τό τόν τρόπο γιά νά δεῖ τή διάθεση τῆς δι­κῆς του συμμε­τοχῆς καί νά τοῦ δώσει τή δυνα­τό­τη­τα νά ἐκφράσει καί αὐ­τός τήν ἀγάπη του στόν τραυματισμένο ἄν­­­­θρω­πο, στόν ἔχοντα δηλα­δή τήν ἀνάγκη του πλη­σίον.

Καί ἐάν τό πανδοχεῖο εἶναι ἡ Ἐκ­κλησία, σύμφωνα μέ τήν ἑρμηνεία τῆς παρα­βο­λῆς, πανδοχεῖς εἴμα­στε ὅλοι ἐμεῖς, τά μέλη τῆς Ἐκ­κλη­σίας μέ πρώ­τους τούς κληρικούς καί τούς Ἐπισκόπους. Ὅλοι καλού­μεθα νά συν­εισφέρουμε, προσ­φέ­­ρο­ντας ἔμπρακτα τήν ἀγάπη μας στόν ἀδελφό μας, καλούμεθα νά δα­πανήσουμε κάτι ἀπό τόν ἑαυτό μας, ὁ καθέ­νας μας ἀνάλογα μέ τή θέση καί τίς δυνα­τό­τη­τές του, τό ὁποῖο ὁ Θεός θά μᾶς ἐπιστρέψει κατά τήν ἡμέρα τῆς δευ­­τέρας του παρου­σί­ας.

Ὁ Θεός δέν καθορίζει τί θά προσφέρει ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς στούς ἀδελφούς μας πού ἔχουν ἀνάγκη τῆς βοηθείας μας. Ἀφήνει σέ μᾶς τήν ἐπιμέλειά τους, ὄχι μόνο γιά νά προσφέρουμε ὅ,τι μποροῦμε, ἀλλά κυρίως γιατί θέλει νά δεῖ πόσο εἴμαστε διατεθειμένοι νά τούς προσφέρουμε. Θέλει νά δεῖ τή διάθεση τῆς ἀγάπης καί τῆς μερίμνης μας γιά τούς ἀδελφούς μας πού περιμένουν τή φροντίδα μας. Θέλει νά δεῖ τό ἐνδιαφέρον μας γι᾽αὐτούς καί ἐάν αὐτό προέρχεται ἀπό τήν εἰλικρινῆ μας ἀγάπη ἤ ἀπό μία τυπική ἀνταπόκρισή μας στίς ἐντολές του, γιά νά μᾶς ἀνταμείψει ἀναλόγως.

Γι᾽ αὐτό, ἀδελφοί μου, ἄς μή φειδόμεθα τῆς ἀγάπης καί τῆς μερίμνης πρός τούς ποικιλοτρόπως πάσχοντες ἀδελφούς. Ἄς τήν προσφέρουμε πλουσιοπάροχα γιά νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τοῦ ἀπείρου ἐλέους τοῦ Θεοῦ κατά τήν ὥρα τῆς μελλούσης κρίσεως.

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»