Οἱ ποταμοὶ τῆς Χάριτος ποὺ ἀναβλύζουν ἀπὸ τὴν ἀναίμακτο Θυσία προσφέρονται ὄχι μόνο στοὺς ζῶντας, ἀλλὰ καὶ στοὺς τεθνεῶτας.

Γι᾿ αὐτὸ οἱ Λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας δὲν παύουν ἀπὸ τοῦ νὰ δέωνται: «Μνήσθητι Κύριε… Ὑπὲρ ὑγείας… Ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τῶν δούλων Σου…».

Καὶ ὅσο περισσότερη εἶναι ἡ πίστις καὶ ἡ ἀγάπη τους, τόσο μεγαλύτερος εἶναι ὁ κατάλογος τῶν ὀνομάτων.

Τὶ νὰ ποῦμε τώρα γιὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν ὀνομάτων ποὺ μνημόνευε ὁ παπα-Σάββας! Ὀνόματα «ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός»! Τὴν Προσκομιδὴ τὴν ἄρχιζε μόνο. Δὲν ἐννοοῦσε νὰ τὴν τελειώση.

Χρησιμοποιοῦσε ἕνα πολὺ μεγάλο δισκάριο, ποὺ ἔφερε καὶ τὴν παράστασι τῆς Γεννήσεως, καὶ δύο, δυόμισυ, τρεῖς ὧρες ἔβγαζε μερίδες καὶ μνημόνευε ἀκατάπαυστα.

– Ἅγιε Πνευματικέ, τοῦ ἔλεγαν μερικοὶ Πατέρες, πολὺ κουράζεσαι. Γιατί τόσα ὀνόματα; Γιατί τόση ὥρα ὀρθοστασία;

– Δὲν κουράζομαι, ἀπαντοῦσε ἐκεῖνος.

Ἀντιθέτως αἰσθάνομαι μεγάλη χαρά. Ὠφελοῦνται κατὰ πολλὰ οἱ μνημονευόμενοι. Ἡ ὠφέλειά τους εἶναι χαρά μου.

Μερικὲς φορὲς δὲν τοὺς ἀπέκρυπτε πὼς ὁ Θεὸς μὲ κάποια ἀποκάλυψι τοῦ φανέρωσε τὴν μεγάλη ὠφέλεια ποὺ παίρνουν οἱ ψυχὲς ἀπὸ τὴν μνημόνευσι.

Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα ὅραμα ποὺ εἶχε δεῖ ὡς νέος ἀκόμη Ἱερεὺς στὸ Κάθισμα τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου.

Γιὰ κάποιον Ἄγγελο ποὺ μὲ τὴν μορφὴ Ἱερέως ἔπλενε καὶ ἔσβυνε ἁμαρτήματα «ἐν τῷ αἵματι τοῦ Ἀρνίου». Τὴν ἀποκάλυψι ὅμως αὐτὴ δὲν τὴν ἀνακοίνωσε σὲ κανένα.

Καὶ ὅλοι ἐρωτοῦσαν: «Τί ἆρά γε νὰ εἶχε ἰδεῖ ὁ Πνευματικός; Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ τὸν παρεκίνησε νὰ μνημονεύη τόσα ὀνόματα;».

Στὸ τέλος, πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησί του σκέφθηκε πὼς δὲν ἔπρεπε νὰ κρατήση μυστικὴ τὴν ἀποκάλυψι. Τὴν κατέγραψε καὶ τὴν ἄφησε στὰ χειρόγραφά του.

Τὸ 1925 ἀναδιφῶντας ὁ π. Ἰωακεὶμ Σπετσιέρης τὰ κατάλοιπά του τὴν βρῆκε καὶ τὴν ἀντέγραψε.

Τὸ κείμενο ἔχει ὡς ἑξῆς:

«Πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας, πόθεν παρακινηθεὶς μνημονεύω κατ᾿ ὄνομα καὶ ἐξάγω μερίδας εἰς τὴν προσκομιδήν, εἰς τὰς καθ᾿ ἑκάστην ἐκτελουμένας λειτουργίας.

Κατὰ τὸ 1843 ἔτος, ἀπὸ τῶν Ἰβήρων ἤλθομεν εἰς τὴν τοῦ Διονυσίου Μονήν, ἡσυχάζοντες ἄνωθεν τῆς Μονῆς εἰς τὸ Κάθισμα, ἔχον ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἡ ὁποία ἦτο παλαιὰ καὶ εἶπεν ὁ Γέροντάς μου τῷ Ἡγουμένῳ καὶ τὴν ἀνεκαίνισεν ἐκ θεμελίων καὶ ἦλθεν ὁ Ἀρχιερεὺς νὰ τὴν ἐγκαινιάσῃ· καὶ τὸ ἑσπέρας ἦλθεν εἷς Ἱερομόναχος τῆς Μονῆς καὶ ἔρραψε τὰς ποδιὰς τῆς θείας Τραπέζης καὶ τῆς προσκομιδῆς καὶ ἔβρασε τὰ μίγματα τῶν Ἐγκαινίων.

Καὶ τὸ πρωΐ, μετὰ τὰ Ἐγκαίνια καὶ τὴν Λειτουργίαν, εἶπε πρὸς τὸν Γέροντά μου, “παρακαλῶ νὰ δώσῃς μερικὰ ὀνόματα τοῦ παπα-Σάββα, ἐπειδὴ κάμνει κάθε ἡμέραν Λειτουργίαν, νὰ τὰ μνημονεύῃ 40 ἡμέρας εἰς τὴν προσκομιδήν”. Καὶ τοῦ εἶπε “δῶσε του ὅσα θέλεις”.

Καὶ ἔγραψεν ὁ Ἀρχιερεὺς εἰς ἕνα χαρτὶ 62 ὀνόματα καὶ εἰς τὸ τέλος ἔγραψε καὶ ὅσα ἔδωκεν ἐλεημοσύνην τὸν παπα-Στέφανον.

Καὶ ἀφοῦ τὰ ἐμνημόνευσα τὰς 39 ἡμέρας, τὴν ἡμέραν ὅπου θὰ ἐγένετο 40, ἀκουμβῶν εἰς τὸ ἀναλόγιον καὶ περιμένων νὰ ἔλθῃ ὁ Γέροντάς μου νὰ πάρω καιρὸν διὰ νὰ λειτουργήσω, ἀπεκοιμήθην καὶ βλέπω εἰς τὸν ὕπνον μου, ὅτι ἤμην φορεμένος τὴν ἱερατικὴν στολὴν καὶ ἱστάμενος ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας Τραπέζης, καὶ ἦτο ἐπάνω τῆς ἁγίας Τραπέζης ὁ ἅγιος δίσκος τῆς λειτουργίας γεμᾶτος μὲ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ.

Βλέπω καὶ ἔρχεται ὁ παπα-Στέφανος καὶ παίρνει τὸ χαρτὶ ἀπὸ τὴν προσκομιδὴν καὶ τὴν λαβίδα καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἁγία Τράπεζαν, καὶ βάλει τὸ χαρτὶ ἐπάνω κοντὰ εἰς τὸν ἅγιον δίσκον καὶ βουτᾷ τὴν λαβίδα εἰς τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ σβύνει ἕνα ὄνομα καὶ πάλιν βουτᾷ καὶ σβύνει, ἕως ὅπου ἐτελείωσαν ὅλα καὶ ἐκαθάρισε τὸ χαρτί.

Ἐξύπνησα καὶ ἐγὼ καὶ ἦλθεν καὶ ὁ Γέροντάς μου καὶ τῷ εἶπον καὶ μοῦ εἶπε “δέν σοι εἶπα νὰ μὴν πιστεύῃς ὄνειρα;”.

Καὶ μετὰ τὴν Λειτουργίαν μοὶ εἶπεν “ἐσὺ δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ συγχωρεθοῦν αἱ ἁμαρτίαι ἐκείνων. Μὲ τὴν πίστιν ἔλαβον τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν”.

Αὕτη εἶναι ἡ αἰτία ποὺ μνημονεύω τὰ ὀνόματα ὅλων».

Ἀρχιμ. Χερουβεὶμ (†), Σύγχρονες Ἁγιορείτικες Μορφές, Σάββας ὁ Πνευματικὸς (6), σελ. 97-99, ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπὸς Ἀττικῆς 1986.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Οἰκοδομὴ καὶ Παραμυθία
Περιοδική Ἔκδοσις  τῆς Ἱερᾶς Γυναικείας Μονῆς τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων
Ἀριθμὸς τεύχους 14 – Ὀκτώβριος 2019

Εἰκόνα ἀπὸ:pinterest

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»