Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

«Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καί ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμέ ἀθετεῖ» (Λουκ. 10.16).

Αὐτός πού ὑπακούει ἐσᾶς, ὑπα­κούει ἐμένα καί αὐτός πού ἀθε­τεῖ τόν λόγο σας, ἀθετεῖ τόν δικό μου λόγο, ἀκούσαμε νά μᾶς λέγει ὁ Χριστός στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα.

Ἐπανειλημμένα ὁ Χρι­στός ταυ­­τίζει τόν ἑαυτό του μέ τούς μα­θητές του. Καί δέν τό κά­νει γιατί δέν ἀντιλαμβάνεται τή διαφορά πού ὑπάρχει μεταξύ τους, oὔτε τό κάνει μόνο  γιατί τούς ἐπέλεξε νά συνεχίσουν τό ἔργο του καί νά δια­δώσουν τόν λόγο του.

Τό κάνει γιατί γνωρίζει τήν ἀνθρώπινη ἀδυ­­να­μία πού δέν μᾶς βοηθᾶ νά ἑστιάσουμε στό ἀφη­ρη­μένο, τό νοερό καί πνευματικό, σέ αὐτό πού δ­έν ἔχουμε ἐνώπιόν μας. Τό κάνει γιατί γνωρίζει ὅτι ἐάν δέν ταύτιζε τόν ἑαυτό του μέ τούς μαθητές του, θά ἦταν πολλοί ἐκεῖ­νοι οἱ ἄνθρωποι πού θά δυ­σκο­λευόταν νά ὑπακούσουν στίς ἐν­το­λές του, καθώς δέν θά εἶχαν ἐνώ­πιόν του τόν ἴδιο τόν Χριστό πού τίς ἔδωσε· θά δυσκολευόταν νά ὑπακούσουν στόν θεῖο λόγο του, καθώς δέν θά ἦταν Ἐκεῖνος παρών, γιά νά ἔχουν ἕνα σημεῖο ἀναφορᾶς στήν ὑπα­κοή τους.

Γι᾽ αὐτό ὁ Χριστός, οἰκονομῶντας τή δική μας ἀδυναμία, παραχωρεῖ τή δική του ἐξουσία στούς μαθη­τές του καί θέτει ἐκείνους καί τούς διαδόχους τους, τούς ἐπισκόπους καί τούς ἱερεῖς του, στή θέση του, τούς θέτει «εἰς τόπον καί τύπον Χριστοῦ», ὥστε νά γνωρίζουν οἱ ἄν­θρωποι ὅτι ὅσοι κηρύσσουν τόν λόγο καί τό εὐαγγέλιό του δέν κη­ρύσσουν ἀφ᾽ ἑαυτοῦ, δέν ὁρίζουν κανόνες καί δέν θέτουν μέτρα σύμφωνα μέ τό δικό τους θέλημα ἀλλά σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ.

Μεταφέρει τήν ἐξουσία του ὁ Χρι­στός, ἐξουσία πού ἔλαβε ἀπό τόν Θεό-Πατέρα του, στούς ἀπο­στόλους καί τούς διαδόχους του, γιά νά γνωρίζουμε ὅλοι ὅτι ἡ ἀθέ­τηση τῶν λόγων τους δέν εἶναι προσωπική ἀμφισβήτηση ἀλλά ἀθέτηση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τῶν ἐντολῶν του.

Ὅσοι ἀμφισβητοῦν αὐτή τήν ταύτιση τοῦ Χριστοῦ μέ τούς μα­θητές του, καί ὑπάρχουν πολλοί πού τήν ἀμφισβητοῦν, ὑποστηρί­ζο­ντας ὅτι εἶναι ἐφεύρεση τῶν κληρικῶν καί τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν τή δυνατότητα νά κατανοή­σουν τό πνεῦ­­μα τοῦ Χριστοῦ καί τό μεγα­λεῖο τῆς θείας οἰκονομίας, μελε­τῶντας τήν περικοπή τῆς μελ­­λούσης κρίσεως, στήν ὁποία ὁ Χρι­στός ταυτίζει τόν ἑαυτό του μέ κά­θε πεινῶντα, ἀσθενοῦντα, ἐν ἀνά­γκῃ καί ἐν φυλακῇ εὑρισκό­με­νο ἀδελφό μας καί μᾶς καλεῖ νά τοῦ προσφέρουμε τήν ἀγάπη καί τή βοήθειά μας, διότι, ὅπως λέγει, ἐφόσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε», ἐφόσον δηλαδή προσ­φέραμε στούς ἐνδεεῖς ἀδελφούς μας τήν ἀγάπη μας, εἶναι σάν νά τήν προσφέραμε στόν ἴδιο τόν Χρι­­στό, γεγονός πού μᾶς ἀξιώνει καί τῆς ἐκ δεξιῶν του παρα­στά­σεως στή βασιλεία του.

Αὐτή τήν ἀγάπη προσέφερε καί ὁ ἑορταζόμενος σήμερα εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὁ νεαρός για­τρός ἀπό τήν Τρωάδα, ὁ ὁποῖος γοητεύθηκε ἀπό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστό­λου Παύλου καί τόν ἀκο­λούθησε στίς ἀπο­στο­λικές του περιο­δεῖ­ες, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλειψε τή σταδιοδρομία του καί τήν ἀσφάλεια καί τήν ἄνεση πού θά τοῦ παρεῖχε τό ἐπάγγελμά του, γιά νά βρίσκεται δίπλα στόν πρωτοκορυφαῖο ἀπόστολο καί νά τόν διακονεῖ.

Καί γιά τήν ἀγάπη του αὐτή εἶχε τήν εὐλογία νά γνω­ρί­σει τήν Παναγία μας καί ὄχι μόνο νά πληροφο­ρη­θεῖ ἀπό τήν ἴδια σχετικά μέ τή ζωή τοῦ Υἱοῦ της ἀλλά καί νά ἀποτυπώσει μέ τόν χρω­στήρα του τήν ἱερή μορφή της στίς πρῶτες εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἔτσι, ἄν καί δέν γνώ­ρι­σε τόν Χριστό προσω­πικά, ὁ ἅγιος Λουκᾶς, ἄν καί δέν ἦταν μαθητής του, εἶναι ἕνας ἀπό τούς τέσσερις εὐαγγελιστές πού μᾶς περιγράφει μέ τόν δικό του γλαφυρό τρόπο τίς παραβολές καί τά θαύματα τοῦ Χρι­στοῦ καί μᾶς βοηθᾶ νά κατανοήσουμε καί πρακτικά τό μέγεθος τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ πρός τόν ἄνθρωπο καί τή σημασία τῶν ἐντολῶν του.

Τιμῶντας τον, λοιπόν, καί ἐμεῖς σήμερα ἄς προσπαθοῦμε νά ἐφαρμόσουμε στή ζωή μας ὅσα γράφει στό εὐαγγέλιό του, τά ὁποῖα εἶναι λόγος  Χριστοῦ μιμηθοῦμε, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τῆς αἰωνίου ζωῆς τήν ὁποία ἀπολαμβάνει ὁ ἅγιος εὐαγγελιστής Λουκᾶς.

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»