τοῦ Μακαριστοῦ Ἀρχιεπισκόπου κυροῦ Χριστοδούλου

Ἂς στρέψουμε τὸν νοῦ μας στὸν ἄνθρωπο ποὺ ὁραματίστηκε μίαν Ἑλλάδα πυρσὸ πνεύματος κι ἐλευθερίας, μέλος μιᾶς Εὐρώπης ἑνωμένης στὴν ὑπηρεσία τοῦ δικαίου.

Τί θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τί θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουμε μπροστὰ σὲ ἕναν τέτοιον πρίγκηπα τοῦ ὀνείρου; Τὸ ἐρώτημα ἔχει ἤδη τεθεῖ, δυστυχῶς ὄχι ἀπὸ Ἕλληνες, καὶ ἔλαβε τὴν ἀπάντησή του:

«Τί εἶναι δυνατὸν νὰ κάνουμε γι’ αὐτὸν τὸν ἐξαίρετο Καποδίστρια;

Εἶναι ὁ Φοίνικας τῆς Δημοκρατίας, χωρὶς αὐτὸν τὸ Συνέδριο τῆς Βιέννης καὶ τὰ ἄλλα θὰ ἦταν διαφορετικά, χωρὶς αὐτὸν ἡ Ἑλβετία θὰ εἶχεν ἐξ ὁλοκλήρου ἀνατραπεῖ.

Ἂν περάσει ποτὲ ἀπὸ τὴ Γενεύη κτυπῆστε ὅλες τὶς καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν καὶ χαιρετίστε τὴν ἄφιξή του διὰ τοῦ κεραυνοῦ τοῦ πυροβολικοῦ μας».

Ἡ φράση αὐτὴ φανερώνει τὸ μέγεθος τοῦ Καποδίστρια ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ τὸ προσεγγίζουμε.

Πρέπει νὰ βλέπουμε κυρίως ὅτι ὁ Καποδίστριας ἐνδιαφερόταν ὄχι μόνο γιὰ τὴν πατρίδα του, ὄχι μόνο γιὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας στὴν ὑπηρεσία τῆς ὁποίας βρισκόταν, ἀλλὰ ἐπίσης γιὰ τὴν ἀπαλλαγὴ τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὸ θανάσιμο παιχνίδι τῶν ὑπερδυνάμεων.

Ἡ πολιτικὴ ποὺ ζητᾶ τὴν ἀντικατάσταση τῆς ἐπικυριαρχίας ἀπὸ τὴ συνεργασία, ἡ πολιτικὴ ποὺ θέλει τὴν ἴση ἀντιμετώπιση τῶν μικρῶν χωρῶν μὲ τὶς μεγάλες, εἶναι διαυγὴς ἔκφραση τῆς εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς.

Καθὼς εἶναι γνωστὸ ὁ Καποδίστριας ἀποκάλυψε τὸ εὖρος καὶ τὸ βάθος τῆς εὐρωπαϊκῆς του πολιτικῆς ἀμέσως μετὰ τὸ τέλος τῶν Ναπολεόντιων πολέμων.

Στὸ Συνέδριο τῆς Aix la Chapelle τὸ 1818, διεκήρυξε ὅτι ἡ Εὐρώπη ἔπρεπε νὰ προστατευθεῖ ἀπὸ τὴ χρήση βίας καὶ τὶς ἐπεκτατικὲς πολιτικὲς τῶν μεγάλων δυνάμεων, προχωρώντας στὴ δημιουργία μιᾶς Alliance Solidaire.

Ὁ κόμης Καποδίστριας δὲν εἰσακούσθηκε.

Ἔπειτα ἀπὸ ἕναν περίπου αἰώνα, μετὰ τὸν ἑπόμενο εὐρωπαϊκὸ πόλεμο ποὺ κατέληξε παγκόσμιος, εἰσηγήθηκε τὴν πολιτικὴ Καποδίστρια ὁ Γάλλος Πρωθυπουργὸς Ἀριστείδης Μπριάν. Οὔτε αὐτὸς εἰσακούσθηκε.[…]

Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νὰ στραφῶ σὲ μίαν ἄλλη πτυχὴ τοῦ Καποδίστρια, στὸ ρόλο τῆς Ἐκκλησίας στὴ συνείδησή του.

Τὸ πορτρέτο, οὕτως εἰπεῖν, τῆς συνείδησης τοῦ Καποδίστρια, τὸ δίνει ὁ ἴδιος: «Ὁ Θεὸς εἶναι προστάτης μου», γράφει, «καὶ ἄνευ ταύτης τῆς πίστεως οὔτε ἐμαυτὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ κατανοήσω, οὔτε νὰ ἐλπίσω τι.»

Ἂς μὴ θεωρηθεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ δήλωση ἐκφράζει κάποιον ἀόριστο θεϊσμό, καὶ ὄχι πίστη στὴν Ἐκκλησία.

Στὸν διδάσκαλο Ἀλέξανδρο Ραδινό, ποὺ δίδασκε Ἑλληνόπουλα στὴ Γενεύη, ἔστειλε ἕνα ἀντίτυπο ἀπὸ τὶς περίφημες «Δι­δαχὲς» στὴν Ὀρθόδοξη πίστη τοῦ Μητροπολίτη Ἠλία Μηνιάτη, καὶ τὸν παρακαλεῖ

«νὰ γνωστοποιήσετε τοὺς ἀπὸ σᾶςδιδασκομένους τὸν πάτριον Ἕλληνα λόγον, ὅτι τοὺς καθυποχρεώνω νὰ συνέρχονται κατὰ τὴν ἀπὸ σᾶς ταχθησομένηνὥραν εἰς τὸ κατάλυμά σας τὰς Κυριακὰς καὶ ὅλας τὰς ὑπὸ τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας πανηγυριζομένας ἡμέρας, διὰ νὰ σὲ ἀκροάζωνται ἀναγιγνώσκοντα τὴν κατ’ ἐκλογήν σου Διδαχὴν τῆς ἑορταζομένης ἡμέρας.»

Ὁ Καποδίστριας ὡς κύριο σκοπὸ τῆς ἐκπαίδευσης τῶν Ἑλλήνων ἔθετε τὴ μύηση τῶν μαθητῶν στὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ τὴ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας.

Ἀλλὰ ἐφρόντιζε ἐπίσης νὰ γίνεται σεβαστὸς καὶ ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ γένους.

Ὑποστήριζε πὼς εὐθύνη καὶ ὑποχρέωση τῆς πολιτείας εἶναι νὰ δείχνει ὅτι «ἡ χριστιανικὴ θρησκεία ἐσυντήρησεν εἰς τοὺς Ἕλληνας καὶ γλῶσσαν καὶ πατρίδα καὶ ἀρχαίας ἐνδόξους ἀναμνήσεις, καὶ ἐξαναχάρισεν εἰς αὐτοὺς τὴν πολιτικὴν ὕπαρξιν, τῆς ὁποίας εἶναι στύλος καὶ ἑδραίωμα».

 Ὁ Καποδίστριας ἦταν μὲν τέκνο τοῦ Διαφωτισμοῦ, ἦταν ὅμως πιστὸ τέκνο τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Προχώρησε στὴν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησιαστικῆς παιδείας μὲ σκοπὸ νὰ μορφώνει τὰ στελέχη τῆς Ἐκκλησίας, σὲ συνεργασία βέβαια μὲ τοὺς ποιμένες της.

Ἂς μὴ θεωρηθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ πολιτικὴ τοῦ Καποδίστρια μιὰ πολιτικὴ παραχώρηση πρὸς τὴν Ἐκκλησία.

Ἦταν βαθύτατη πίστη του, καθὼς ἔγραφε κάποτε, ὅτι «τὸ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅλα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μας, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἐναγκαλίζεται καὶ περιλαβάνει ὁλόκληρον τὴν μέλλουσαν εὐδαιμονίαν της, εἶναι ἡ χριστιανικὴ καὶ ἐθνικὴ ἐκπαίδευσις τῶν Ἑλληνοπαίδων».

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ἱερὰ Μητρόπολις Πειραιῶς
Ἔτος 23ο -Τεῦχος 246 – Μάρτιος 2013

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»