Φώτης Κόντογλου

Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντί να αποσκιάσει και πλημμύρησε τις καρδιές μας.

Σήμερα τ’ αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σαν να γενήκανε πιο χλωρά, τ’ αυγουστιάτικο κύμα σαν να αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει κι’ αγάλλεται…

Ω! Τι θάνατος λοιπόν είναι αυτός, που γέμισε την οικουμένη και τις καρδιές μας με τη χαρά της αθανασίας!

Και καλώτατα ψέλνει ο υμνωδός σήμερα: «Εν τη γεννήσει την παρθενίαν εφύλαξας, εν τη κοιμήσει τον κόσμον ου κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης προς την ζωήν, μήτηρ υπάρχουσα της ζωής, και ταις πρεσβείαις ταις σαις λυτρουμένη εκ θανάτου τας ψυχάς ημών».

Αληθινά λέγει και σ’ ένα άλλο τροπάρι: «Τη αθανάτω σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μήτηρ της ζωής …».

Αλλά το ξαναλέγω. Τί να πει κανένας πρώτα και τί ύστερα, από τα τόσα πνευματικά υμνολογήματα που προσφέρανε οι ορθόδοξες καρδιές στην Παναγία, στο «Ρόδον το αμάραντον», που μοσκοβόλησε και άγιασε την καταβασανισμένη την Ελλάδα;

Την υμνολογήσανε με τα λόγια, με τη ψαλμωδία, με τη ζωγραφική, με το σκαλισμένο ξύλο, με τ’ ασήμι, με το μάλαμα, με το κηρομάστιχο, με κάθε τίμιο κι’ αγιασμέvο πράγμα που μπορεί να χρησιμέψει στον άνθρωπο για vα μπορέσει vα δείξει την αγάπη του, το σέβας του, τη χαρά του, την πίκρα του, κι’ ότι άλλο αγνό αίσθημα έχει μέσα στα φύλλα της καρδιάς του[…]

Ο υμνωδός, αντί να κλάψει για την Παναγία που είναι μπροστά του ξαπλωμένη απάνω στην κλίνη της, τυλιγμένη με το μαφόρι της με κλεισμένα τα μάτια της που δίνανε παρηγοριά στην ανθρωπότητα, με σταυρωμένα τα άχραντα χέρια της, που βαστάξανε τον Χριστό και τον αναθρέψανε, πεθαμένη σαν τον κάθε άνθρωπο, αντίς λέγω να κλάψει, αφού πρώτα απορεί πώς η πηγή της ζωής κείτεται στο μνήμα, μονομιάς κράζει με δάκρυα στα μάτια, πλην δάκρυα χαράς:

«Ευφραίνου Γεθσημανή, που έχεις θησαυρισμένο το άγιο σκήνωμα της Θεοτόκου.» […]

Κι’ ούτε μοιρολόγια και ξόδια θρηνητερά, παρά χαρά ανεκλάλητη, γάμος πνευματικός, τράπεζα αγιασμένη που έχει απιθωμένο απάνω της τον άρτο της ζωής και το κρασί της αθανασίας, και πίνουνε οι χριστιανοί και μεθάνε ένα μεθύσι άγιο, αγνό, άμωμο και δεν βρίσκονται πια μπροστά σένα λείψανο που το κηδεύουνε, αλλά βρίσκονται στη Ναζαρέτ, στο σπίτι το χαρούμενο και το μοσκοβολημένο από την παρθενική ευωδία της Παναγίας…

Η Κοίμηση γίνεται Ευαγγελισμός, η θλίψη μεταλλάζεται σε χαρά!

Ναι. Δεν υπάρχει αληθινή χαρά, παρά μονάχα στο Χριστό κι’ αυτή η χαρά είναι ένα αμάραντο λουλούδι, πώχει τη ρίζα του στον πόνο. Οι άλλες οι χαρές είναι χαρές ψεύτικες, χωρίς ρίζα[…]

Εγώ, λογιάζοντας καλά την ενέργεια τούτη της άγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι και θαυμάζω, πώς ετούτο που λέγεται κλάψιμο και λύπη, και που φαίνεται πολύ πικρό κι’ αβάσταχτο, έχει μέσα του πλεγμένη και σμιγμένη τη χαρά, και την ευφροσύνη, όπως είναι σμιγμένο το κερί με το μέλι στην μελόπιτα… 

Είναι μια ήμερη χαρά κ’ ένα θεϊκό χάρισμα, με το οποίο στολίζει ο Θεός τους φίλους του, και κάνει να έχουνε μιαν αληθινή χαρά και όρεξη για τον Θεό, πούναι συντροφιασμένη με κάποια θεραπευτική λύπη οπού δεν έχει μέσα της καμιά σαρκική αγάπη, παρά μονάχα μια παρηγοριά αγγελική και ουράνια.

Με την οποία παρηγορά ο Θεός κρυφά εκείνους που συντρίβουνε με πόνο και με ταπείνωση την καρδιά τους. Άμποτε να την αξιωθούμε κ’ εμείς, με τη χάρη της Παναγίας που γιορτάζουμε σήμερα. Αμήν

Αντιγραφή για το «σπιτάκι της Μέλιας»

ΔΙΑΚΟΝΙΑ
Ιερός Ναός Αγίου Παντελεήμονος Αμπερίας Χανίων
Αύγουστος 2016 – Έτος 17ο –  Αριθμ. φύλλου 817

Εικόνα από: Ενωμένη Ρωμηοσύνη

το «σπιτάκι της Μέλιας»