Έλενα

Έτσι που είσαι ομορφοκεντημένη, πεποικιλμένη, στολισμένη την ευλάβεια αυτής που Σε κέντησε και κείνων που σε κόσμησαν με πετράδια και άνθη, άφησέ μας να Σου χαϊδέψουμε τα βλέφαρα, σαν τα παιχνίδια που δεν κάναμε στην μάνα μας γιατί εκείνη μας μάλωνε…

Είσαι τόσο γαλήνια, τόσο ήρεμη, τόσο πολύ και δικός μας γλυκασμός (εκτός από των αγγέλων)…

Το κορίτσι που θα θέλαμε στην γειτονιά μας, η Μάνα που δεν έλειψε από δίπλα μας, η ομορφιά που μαζεύτηκε όλη σ’ένα πρόσωπο, η εγκαρτέρηση που κεντήθηκε με λίθους πολυτίμους για να σκεπαστούν τα δάκρυα, ο χρυσοπλοκώτατος πύργος, όπου προστατεύομαστε τρυφεροί και δικοί Σου από ό,τι δεν είναι Εσύ….

Τα ασήμια, τα χρυσάφια, τα μπλε ατλάζια όλα δικά Σου κάτω απ’τα μάτια που έκλεισες, περιμένοντας να Σε πάρει ο γυιός Σου…

Το γνέσιμό σου, αφημένο στο δώμα της Γεθσημανή, γίνεται κάθε βραδιά ο άρραφος χιτώνας της μέριμνάς Σου για τον κόσμο και το πρωί πάλι ορφανεύει -αιώνες τώρα- και έτσι θα είναι μέχρι να τελειώσουν οι νύχτες αυτού του κόσμου και οι άνθρωποι να μην φοβούνται το σκότος.

Θέλω να Σου πω «Σ’αγαπώ» αλλά δεν είναι αλήθεια, έτσι σκουπίδι που είμαι…

Σου λέω όμως » θέλω σαν τρελή να Σ’αγαπώ και μάλιστα για πάντα».

Κράτησε τώρα το «για πάντα» μέχρι να πετύχω το «σ’αγαπώ», όταν γίνω κάτι λιγότερο από σκουπίδι….

Πηγή: τί και πώς

το «σπιτάκι της Μέλιας»