Ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἁγίας Σοφίας, μένομεν ἔκθαμβοι. Τί θὰ ᾐσθανόμεθα, ἂν εἰσηρχόμεθα κατὰ τὴν ὥραν τῆς λειτουργίας κατὰ τὴν Βυζαντινὴν ἐποχήν…

῾Η μουσικὴ ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὸ μεγαλεῖον τῆς ἀρχιτεκτονικῆς της. ᾽Εκείνη ἡ μουσική, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ Βυζαντινοὶ ὕμνουν τὸν Θεὸν κατόπιν ἀπὸ μεγάλας νίκας ἢ τὸν παρεκάλουν εἰς τὰς δυσκόλους στιγμάς, ἦτο ἁπλῆ, χωρὶς τὴν σημερινὴν τετραφωνίαν.

᾽Ἦτο ὅμως τόσον μεγαλοπρεπής, τόσον σοβαρὰ καὶ κατανυκτική, ὥστε ἔφερε συγκίνησιν εἰς τὰς καρδίας ὅλων.

Διὰ τὴν κτίσιν τῆς Ἁγίας Σοφίας ὑπάρχουν πολλαὶ παραδόσεις. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ ἑξῆς :

῾Ο Ἰουστινιανὸς μίαν ἡμέραν, πολὺ λυπημένος, ἔστεκεν εἰς τὸ μέσον τοὺ ναοῦ καὶ παρηκολούθει τοὺς κτίστας, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο.

Πέντε χιλιάδες ἔκτιζον εἰς τὴν μίαν πλευρὰν καὶ πέντε χιλιάδες εἰς τὴν ἄλλην.Ἡ οἰκοδομὴ εἶχεν ὑψωθῆ ἀρκετά ! Πῶς νὰ εἴπῃ εἰς ὅλους ἐκείνους, ὅτι θὰ σταματήσῃ ἡ ἐργασία, διότι δὲν εἶχε χρήματα νὰ τοὺς πληρώσῃ ;

῎Ηδη εἰς πολλοὺς ἐχρεώστει τὰ ἡμερομίσθια. Καὶ ὅμως μὲ πὸσον ζῆλον εἶχεν ἀρχίσει τὸ ἔργον !

Μετὰ τὸν ἁγιασμὸν εἶχε τοποθετήσει ὁ ἴδιος τὸν θεμέλιον λίθον, ἐπῆρεν ὁ ἴδιος ἀσβέστην μὲ τὰ βασιλικά του χέρια καὶ πρῶτος αὐτὸς ἤρχισε νὰ κτίζῃ.

Τώρα, μὲ σκυμμένην τὴν κεφαλὴν ἐσκέπτετο καὶ δὲν παρετήρησεν, ὅτι κάποιος τὸν ἐκοίταζε προσεκτικά… Ὡμοίαζε μὲ ἄρχοντα, διότι ἦτο πλουσιώτατα ἐνδεδυμένος.

Ὁ ἄγνωστος τὸν ἐπλησίασε.

– Δέσποτα Βασιλεῦ, τὸν ἐρωτᾷ, διατί εἶσαι τόσον λυπημένος ;

Ὁ ᾽Ιουστινιανὸς εἶπε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐστενοχωρεῖτο.

– Μὴ στενοχωρῆσαι, Δέσποτα· ἀπαντᾷ ὁ ἄρχων. Στεῖλε τοὺς πιστούς σου ἀνθρώπους εἰς τὴν Χρυσῆν Πύλην, ὅπου μένω, στείλε καὶ ζῷα. Θὰ σοῦ δανείσω ὅσα χρήματα χρειάζεσαι.

῎Ετσι καὶ ἔγινεν.

Ὅταν ἔφθασαν οἱ ἀπεσταλμένοι εἰς τὴν Χρυσῆν Πύλην, εἶδον ἐμπρὸς εἰς τὴν θύραν ἑνὸς ὡραίου παλατίου τὸν ἴδιον ἐκεῖνον ἄρχοντα νὰ τοὺς περιμένῃ.

Μόνος ἐβοήθησε νὰ φορτώσουν τὰ ζῷα μὲ βαρεῖς σάκκους. Ἦσαν ὅλοι γεμᾶτοι μὲ χρυσᾶ νομίσματα.

῎Εστειλεν ἀμέσως ὁ ᾽Ιουστὶνιανὸς νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν γενναῖον δωρητήν, νὰ τὸν προσκαλέσῃ νὰ ἔλθῃ, νὰ γνωρισθοῦν περισσότερον.

῎Εκπληκτοι ὅμως διεπίστωσαν οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Αὐτοκράτορος, ὅτι οὔτε παλάτι ὑπῆρχε πλέον εἰς ἐκείνην τὴν θέσιν οὔτε ἄνθρωπος !

῏Ητο ἄγγελος, τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς εἶχε στείλει…

῞Οταν ἐτελείωσεν ἡ οἰκοδομή, τὴν ἐκαλλώπισεν ἐσωτερικῶς ὁ ᾽Ιουστινιανὸς πλουσιώτατα. Τὸν ἄμβωνα τὸν ἐστόλισε μὲ χρυσὸν καὶ μὲ πολυτίμους λίθους.

Πλησίον τοῦ .ἄμβωνος ἔφερε καὶ ἔστησε τὸ ἴδιον τὸ στόμιον τοῦ φρέατος, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Χριστὸς ἐκάθισεν, ὅταν ἐδίδαξε τὴν Σαμαρείτιδα.

Γῦρο δὲ ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τράπεζαν ἐχάραξε τὴν ἑξῆς ἐπιγραφήν :

«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν, Χριστέ, οἱ δοῦλοι σου ᾽Ιουστινιανὸς καὶ Θεοδώρα. Δέξου τα, Σύ, ὁ δι’ ἡμᾶς σταυρωθείς»…

«Ἀσημένια Στέγη» Ἀρσινόη Παπαδοπούλου

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ Β’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Σ. ΣΠΕΡΑΝΤΣΑ – Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ – Λ. ΒΡΑΝΟΥΣΗ – Β. ΣΦΥΡΟΕΡΑ
1957

Εἰκόνα ἀπὸ: Hagia Sophia

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»