Της Στέλλας Αναγνώστου- Δάλλα

Ήταν σήμερα στην Εκκλησία μπροστά μου, μια μανούλα με το παιδάκι της. Ήταν ένα αγοράκι, μόλις δυόμισυ έως τριών ετών το πολύ.

Το κρατούσε αγκαλιά και το χάϊδευε, ενώ εκείνο έπαιζε με τα μαλλιά της. Κάθε τόσο την ρωτούσε με μια γλυκειά, σιγανή φωνούλα: «Χριστούλης;», κι εκείνη του έδειχνε το τέμπλο.

Η στιχομυθία επαναλήφθηκε πολλές φορές, χωρίς να δυσανασχετήσει ποτέ η μητέρα. Όσο εκείνο ήθελε να βρίσκεται στην αγκαλιά της, εκείνη το κρατούσε.

Όποτε ήθελε να κατεβεί, εκείνη το άφηνε, αλλά ο μικρός δεν απομακρυνόταν πολύ, μετά από κάθε μικρή γεύση ελευθερίας. Κάθε φορά που επέστρεφε, επαναλαμβανόταν η ερώτηση, και το νεύμα της μαμάς προς το Ιερό, σαν να ήταν κάποιος κώδικας επικοινωνίας μεταξύ τους.

Σαν να ήξερε ο μικρός, ότι αυτό ήταν το μόνο πράγμα για το οποίο άρμοζε να μιλήσει στην μητέρα του μέσα στην Εκκλησία. ΄Η μήπως ήταν και το μόνο που τον ενδιέφερε;

Ένοιωσα πως είχα μπροστά μου την Αγία Άννα καθώς έφερνε την Παναγία στον Ναό. Γαλήνια, ασφαλής χαρούμενη. Έκανε αυτό που ήθελε, και που ταυτόχρονα ήξερε πως ήταν το καλύτερο για το παιδί της. Το έφερε στο μόνο μέρος όπου ήθελε να το φέρει.

Και το παιδί, το κοριτσάκι τότε, η Παναγία μας, χαιρόταν κι εκείνο, χόρευε, λέει, γύρω από την Κιβωτό της Διαθήκης, όπως χορεύει το παιδί γύρω από τον πατέρα του, και καθόλου δεν ήθελε να φύγει. Με χαρά έμεινε στον Ναό, ακόμη κι όταν απομακρύνθηκαν οι γονείς του.

Η κυρία με το αγοράκι μπροστά μου, προχώρησαν και κοινώνησαν. Ο μικρούλης, ήσυχα, γλυκά, με οικειότητα. Ούτε που πρόσεξα πότε ακριβώς.

Τους είδα ξανά μπροστά μου, την ώρα που απομακρυνόμουν από τον Ναό, πηγαίνοντας προς το αυτοκίνητο. Ο μικρός ήταν πάλι στην αγκαλιά της μαμάς του. «Χριστούλης;», την ρώτησε πάλι.

Κι εκείνη του χάϊδεψε το στήθος. «Μέσα σου», του είπε.

Στέλλα Ν. Αναγνώστου-Δάλλα.

Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή

Εικόνα: Με παρρησία… 

το «σπιτάκι της Μέλιας»