Ἄγγελος Τανάγρας

Αἱ πρῶται σκιαὶ τοῦ λυκόφωτος ἀπλώνουν τὸ πένθος των εἰς τὰ λευκὰ σπιτάκια τῆς Ὕδρας.

Ὁ ἥλιος, πελωρία αἱματόχρωμη σφαῖρα, ἐβυθίσθη εἰς τὴν ὁμίχλην τοῦ ὁρίζοντος καὶ αἱ τελευταῖαι μελαγχολίαι τῶν χρωμάτων ἐχάθησαν σιγὰ – σιγὰ ὑποχωροῦσαι εἰς τὴν ἥμερην γαλήνην τῆς σκιᾶς.

Ἐν τούτοις, μ’ ὅλον ὅτι ἡ ζωὴ τῆς φύσεως φαίνεται νὰ καταλαγιάζῃ, φωνές, τραγούδια καὶ βιολιὰ φθάνουν ἀπὸ παντοῦ τῆς κωμοπόλεως.

Βρυασμὸς ἀσυνήθιστος γεμίζει τὰ ἀνηφορικὰ δρομάκια καὶ τὴν προκυμαίαν, ὅπου τὰ σπογγαλιευτικά, καΐκια καὶ τεπόζιτα, σαλεύονται ἐλαφρὰ εἰς τὸν νωχελῆ κυματισμὸν τῆς ἑσπέρας.

Ὅμιλοι ναυτικῶν, μορφαὶ χαρακωμέναι καὶ ψημέναι εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς θαλάσσης, Ὑδραῖοι καὶ Συμαῖοι, Αἰγινῆται καὶ Κρανιδιῶται, Καλύμνιοι καὶ Ρόδιοι, παρέες – παρέες, ἀγκαλιασμένοι συνοδεύουν μὲ βραχνὰ ξεφωνητὰ τὸν ἀμανὲ τοῦ συντρόφου των.

Εἶναι οἱ σπογγαλιεῖς, ποὺ ἑτοιμάζονται γιὰ ταξίδι καὶ οἱ ὁποῖοι ἀποχαιρετοῦν τὴν πατρίδα καὶ τὴν ζωὴν τῆς ξηρᾶς.

Ἀλλ’ ἡ διασκέδασις αὐτὴ εἶναι πένθιμος, διότι κανεὶς δὲν εἶναι βέβαιος, ἂν θὰ ξαναϊδῇ τὸν ᾽Οκτώβριον τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ἀσβεστόχριστο σπιτάκι, ὅπου εἶδε τὸ φῶς.

Καὶ ἡ εἰκὼν ἐξακολουθεῖ.

᾽Εδῶ κάποιος ἐφοπλιστὴς συμφωνεῖ ἕνα δύτην˙ ἄλλος φιλονικεῖ μὲ τὸν καλαουζέρην του, δυὸ τρεῖς ροδᾶδες καὶ κουπᾶδες μετροῦν τὰ χρήματα, ποὺ ἔχουν πάρει, καὶ εἰς τὴν γωνίαν τοῦ δρομίσκου ὁλόκληρη οἰκογένεια, σύζυγος, παιδιά, γέροι γονεῖς, ἀδέρφια, συνοδεύουν εἰς τὴν παραλίαν τὸν ἀγαπημένον των, τοῦ ὁποίου τὸ καΐκι κάνει ἀπόψε πανιά.

Εἰς τὴν νεόβαφη καὶ νεοπαλαμισμένη βρατσέρα ὁ παπᾶ – Πάμφιλος, κρατῶν τὸ θυμιατὸν εἰς τὸ χέρι, μέσα εἰς τοὺς ἀσκεπεῖς σπογγαλιεῖς, σκορπίζει γῦρο τὸν καπνὸν τοῦ μοσχολιβάνου του.

«Κρὶν – κράν, κρὶν – κράν…».

῾Η θαυματουργὸς εἰκὼν τῆς Παναγίας, μεγαλοπρεπῶς ἐνθρονισμένη εἰς ἕνα κόρκωμα, προεδρεύει τῆς τελετῆς, ἔχουσα ἐμπρὸς ἀργυροῦν δοχεῖον μὲ τὸν ἁγιασμόν.

«Ὑπὲρ εὐκρασίας ἀέρων, εὐφορίας τῶν καρπῶν τῆς γῆς καὶ καιρῶν εἰρηνικῶν…» ὑψώνεται ἡ φωνὴ τοῦ γέρου παπᾶ μὲ τὸ χιονοστέφανον τῶν λευκῶν μαλλιῶν καὶ τὴν πατριαρχικὴν γενειάδα.

«Ὑπὲρ πλεόντων, ὁδοιπορούντων, νοσούντων, καμνόντων καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν…».
«Ὑπὲρ τοῦ ἁγιασθῆναι τὸ ὕδωρ τοῦτο…».

Γῦρο οἱ σπογγαλιεῖς, καπετάνιος, κουπᾶδες, ροδᾶδες, καλουαζέρηδες, στέκουν εὐλαβῶς μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια, προσέχοντες εἰς τὴν παράκκλησιν.

Εἶναι μορφαὶ ἡλιοκαημέναι καὶ ἀρρενωπαί, κορμοὶ ψημένοι ἀπὸ τὴν ἅλμην τῆς θαλάσσης, λαιμοὶ ταύρειοι καὶ μπράτσα στρογγυλά, ἔχοντα τὴν ἁβρότητα σιδερένιων κοπάνων.

Καὶ ὁ παπᾶ – Πάμφιλος, βουτῶν τὸ κλαδὶ τοῦ βασιλικοῦ εἰς τὸ διαβασμένο νερό, ἁγιάζει τὸ σκάφος καὶ τὰ σκάφανδρα, ραντίζει τὰ ἄρμενα, τὰ μηχανοκάϊκα καὶ τὰς ἀντλίας.

«Σῶσον, Κύριε, τὸν λαόν Σου
καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν Σου…»

Ὅλοι σταυροκοποῦνται καὶ ἔρχονται νὰ ἀσπασθοῦν κατὰ σειρὰν τὸν Σταυρόν, τὴν θαυματουργὸν εἰκόνα καὶ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ. ᾽Εκεῖνος ραντίζει μὲ τὸν βρεγμένον βασιλικὸν τὰ χαρακωμένα μέτωπα καὶ δίδει ἔπειτα νὰ τοῦ φιλήσουν τὸ χέρι.

– Καλὸ ταξίδι!… Καλὰ κέρδη!…

Ὁ διάκος παίρνει τότε εἰς τὰ χέρια του τὴν εἰκόνα. Ἡ ἔξοδός της ἀπὸ τὴν βρατσέραν χαιρετίζεται μὲ βροντεροὺς πυροβολισμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀντηχεῖ ὁ λιμήν. Ὁ ἱερεὺς προχωρεῖ εἰς ἄλλα σκάφη, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἴδια σκηνή.

Ἡμέρα παρ’ ἡμέραν, τέσσερα πέντε σκάφη κάμνουν ἔξαφνα πανιὰ καὶ ἀφοῦ καβατζάρουν τὸν μῶλον τοῦ μικροῦ λιμένος, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μικραίνουν καὶ χάνονται εἰς τὰ βάθη τοῦ ὁρίζοντος. Εἰς μίαν ἐβδομάδα ὅλα ἔχουν φύγει.

῾Η Ὕδρα ξαναπέφτει εἰς τὸ ἥσυχον φυτοζώημα τῶν μικρῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ὀνειρευομένη τὴν παλιὰν δόξαν της!

«Σπογγαλιεῖς τοῦ Αἰγαίου» (Ἀπόσπασμα) Ἄγγελος Τανάγρας

***

Ἄγγελος Τανάγρας: Φιλολογικὸν ψευδώνυμον τοῦ Ἀγγέλου Ἀποστολίδη. ᾽Εγεννήθη ἐν Ἀθήναις τὸ 1877. ᾽Ησχολήθη μὲ τὴν δημοσιογραφίαν καὶ λόγοτεχνίαν. Συνέγραψε λογοτεχνικὰ ἔργα: «Σπογγαλιεῖς τοῦ Αἰγαίου» κ.ἄ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ Β’ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ
Σ. ΣΠΕΡΑΝΤΣΑ – Σ. ΔΟΥΦΕΞΗ – Λ. ΒΡΑΝΟΥΣΗ – Β. ΣΦΥΡΟΕΡΑ
1957

Εἰκόνα ἀπὸ: Pinterest

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»