π. Κων. Ν. Καλλιανς

Μνήμη ἱερὴ Σωφρονίου καὶ Προκοπίου, τῶν ἱερομονάχων

Ἀπό ἀνέκδοτες πηγές, ἀλλά καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἱστορία, μᾶς εἶναι γνωστή ἡ παρουσία μοναζουσῶν σέ κάποια ἀπό τά μοναστήρια τοῦ νησιοῦ τῆς Σκοπέλου: ἑνός τόπου πλούσια εὐλογημένου ἀπό τό Θεό, ἀφοῦ παρά τήν μικρή του ἔκταση ἔχει ἔναν ἰκανό ἀριθμό ἱερῶν καθιδρυμάτων, μοναστηριῶν καί ἐκκλησιῶν, πού ὁ ἀριθμός τους φθάνει στίς δύο ἑκατοντάδες.

Πρῶτες πληροφορίες γιά τήν παρουσία μοναζουσῶν στή Σκόπελο μᾶς δίνει ὁ πολύ Σκοπελίτης λόγιος Καισάριος Δαπόντες, στά μέσα περίπου τοῦ 18ου αἰ., ὅταν στό μονασήρι τῆς Μεταμορφώσεως ἤ τοῦ Σωτῆρος μόναζε ἡ Μοναχή Μελάνη, ἡ Μεσολογγίτισσα, πού ἦταν πολύ ἰκανή, γιατί προσέφερε στό μοναστήρι της ἀρκετά.

Μιάν ἄλλη δραστήρια μοναχή ἦταν ἡ Γερβασία τοῦ Οἰκονόμου, ἠγουμένη τῆς μονῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἡ ὁποία τήν ἐποχή αὐτή, ἔχοντας μιά μικρή συνοδεία, ἀνακαινίζει τό μοναστήρι της.

Μάλιστα ὁ Καισάριος Δαπόντες ἀναφέροντας στό «Κατάλογό» του τό μοναστήρι τοῦ Σταυροῦ, τό μνημονεύει ὡς «καλογράδικον», μέ καλόγριες δηλαδή.

Στά τέλη τοῦ 18ου μέ ἀρχές τοῦ 19ου αἰ., στή μονή τῆς Ἐπισκοπῆς ζεῖ ἡ μοναχή Εὐγενία, ἐνῶ στή μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὑπάρχει μικρή συνοδεία καλογραιῶν, τίς ὁποῖες ἐφόνευσαν οἱ Λιάπιδες, γύρω στά 1826, ὅταν ἐσύλησαν τό μοναστήρι.

Τέλος, στό μοναστηράκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στό Κοτρονάκι, μονάζει ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 1821 ἡ μοναχή Ὑπατία (κατά κόσμον Ὑπερμάχω). Ἡ Ὑπατία ἀνακαινίζει τό μοναστηράκι, ἀλλά καί ὑφίσταται πολλές δοκιμασίες ἀπό τούς Λιάπιδες.

Στό ἴδιο μοναστηράκι, τό ὁποῖο τυγχάνει μετόχιο τῆς Μεγίστης Λαύρας τοῦ Ἁγίου Ὄρους, στίς ἀρχές τοῦ 20ου αἰ. ζοῦν κάποιες μοναχές ὅπως ἡ Μάρθα καί ἡ Σαλώμη (κατά κόσμον Σοφία Ραυτόγλου).

Γύρω στά 1897 ἔρχεται στό νησί ὁ ἐρημίτης τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὁ πολύς Σωφρόνιος Κεχαγιόγλου, ἀπό τή Ρεδαιστό τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, φίλος τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τῶν δύο Ἀλέξανδρων τῆς Σκιάθου κ.ἄ.

Ὁ Γέροντας συστήνει μέ τά χρόνια μικρή ἀδελφότητα μοναζουσῶν, οἱ ὀποῖες ἐγκαταβιώνουν στή γειτονική μονή τῆς Ἁγίας Βαρβάρας καί ἀργότερα στή μονή τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

Πνευματικό ἀνάστημα τοῦ Γέροντος ὑπῆρξε ἡ μοναχή Ξένη Γαλατσάνου (+1981), μορφή  φιλοκαλική, ἡ ὁποία ἐργάστηκε πολύ γιά νά στερεωθεῖ τό μοναστήρι της.

Τέλος, τά μέσα τοῦ 20ου αἰ. ἔρχεται στή Σκόπελο καί ἐγκαθίσται στή μονή τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μικρός πυρήνας καλογραιῶν ὑπό τή καθοδήγηση τῆς μοναχῆς Ἀγαθονίκης, ἡ ὀποία ὑπῆρξε πνευματικό τέκνο τοῦ Ἁγιορείτου Γέροντος Ἁγίου Ἰερωνύμου τοῦ Σιμωνοπετρίτου.

Ὑπῆρξε εὐγενική, καλόγνωμη καί εὐπροσήγορη, γι᾿ αὐτό καί δικαίως τήν ἀποκαλοῦσαν «Μανούλα», γιατί τέτοια συμπεριφορά ἔδειχνε καὶ ἀκτινοβολοῦσε μὲ τὴν ὅλη της πολιτεία καὶ συμπεριφορά.

Ἀπό τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ὁ γυναικεῖος μοναχισμός στή Σκόπελο φθίνει συνεχῶς· κάτι πού θλίβει ὅλους μας, πού ὡστόσο ἐλπίζουμε στήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων πού σκέπουν τή Σκόπελο, ὥστε νά ὑπάρξει ἀνάσχεση τοῦ φαινομένου καί νά μήν ἐρημωθοῦν τά ἱερά αὐτά καθιδρύματα, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν γιά τόν εὐλαβῆ Σκοπελίτη ἤ τόν ἐπισκέπτη τῆς Σκοπέλου, πνευματικές ὀάεις ἀγιοπνευματικῆς ἀναψυχῆς καί χάριτος.

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»