Όταν ήμουν μια σταλιά παιδί οι απορίες μου τις περισσότερες φορές δεν είχαν απαντήσεις. Το πατρικό μου, από την άλλη πλευρά, είχε έναν κήπο χαρά Θεού με κάθε λογής λουλούδια και δέντρα, ένας Παράδεισος στη γη.

Εκεί έπαιζα με τις ώρες με τον σκύλο μου τον Έκτορα. Το τι είχαν ακούσει τα αυτιά του, τώρα που το σκέφτομαι… μεγάλη η υπομονή του.

Κάθε πρωί λοιπόν τρέχαμε στον κήπο, ο Έκτορας για να ξεμουδιάσει και εγώ για να δω αν έχουν ανθίσει τα μοσχομυριστά λουλούδια μας.

Θυμάμαι ένα βράδυ έπιασε δυνατός αέρας και έπεσε πολύ βροχή. Την άλλη μέρα έτρεξα  στον κήπο και βρήκα τις μαργαρίτες πεσμένες κάτω. 

Προσπάθησα να τις σηκώσω. Μάταια, ο αέρας τις είχε τσακίσει στο πέρασμά του. Έβαλα τις φωνές η μαμά μου ανήσυχη έψαξε να με βρει.

Και με βρήκε, πεσμένη στα γόνατα, αγκαλιά με ένα μάτσο μαραμένες μαργαρίτες να κλαίω απαρηγόρητη.

Μόλις την είδα έπεσα στην αγκαλιά της,  «αυτός ο παλιοαέρας φταίει μαμά, πάνε οι ωραίες μου οι μαργαριτούλες, δεν μπορώ να τις σηκώσω από κάτω… πάνε πέθαναν».

Και μου είπε μια ιστορία, μια δικιά της ιστορία που με συντροφεύει μέχρι και σήμερα. Κι έμαθα πως τα λουλούδια όπως και άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από κοντά μας. Έρχονται, ομορφαίνουν τη ζωή μας και όταν έρθει η ώρα φεύγουν.

«Δεν μπορούμε να ζούμε για πάντα εδώ» μου είπες μανούλα. «Έχουμε να πάμε κι αλλού!»

Και γιατί μαμά να πάμε αλλού; Γιατί να αλλάξουμε σπίτι;

«Γιατί το σπίτι μας είναι εκεί ψηλά στον ουρανό, εκεί που είναι τώρα ο δικός μου πατέρας, τ΄ αδέλφια μου και με περιμένουν».

«Και πότε φεύγουμε;» σε ρώτησα.

«Δεν θα φύγουμε μαζί παιδί μου, θα φύγουμε χωριστά και μετά θα ανταμώσουμε και πάλι».

Αυτό το τελευταίο τότε δεν το πολυκατάλαβα, τώρα όμως…

Τα χρόνια πέρασαν, ο Έκτορας μεγάλωσε κι «έφυγε» κι αυτός. 

Κι εσύ μια μέρα μου είπες «παιδί μου κουράστηκα πια». Και δεν σε πίστεψα. Δεν ήθελα να σε πιστέψω.

Εσύ να κουραστείς, εσύ που μια ολόκληρη ζωή στεκόσουν ολόρθη με ματωμένα γόνατα και γδαρμένους αγκώνες; Δεν ήθελα να σε πιστέψω μ’ ακούς;

Που θα πας βρε μαμά, που θα μ’ αφήσεις; Έβαλα τις φωνές.

«Πάλι τα ίδια θα λέμε»; Με μάλωσες με ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη.

Και έφυγες. Ήταν Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011 στις 16:15.

Και έμεινα πίσω, να περιμένω την ώρα που θα αλλάξω κι εγώ «σπίτι»..

Και θα με περιμένεις «εκεί» για να με καλοδεχτείς!

Καλή αντάμωση μαμά!

Η μικρή σου

Μέλια.

.

Εικόνα από: Pinterest

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

άσπρα λουλούδια