π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος 

Όταν ο άνθρωπος κουβαλάει την συνηθισμένη αυταπάτη ότι η ζωή είναι δική του και πρέπει να υφίσταται (η ζωή)  κατά τις επιλογές και τις επιθυμίες του, τότε κάθε δυσκολία και πολύ περισσότερο κάθε πρόβλημα, τον θέτει προ αδιεξόδων τα οποία τον συνθλίβουν και στα οποία χρειάζεται να απαντήσει.

Ένας άνθρωπος έχει αξίωμα, έχει χρήματα, έχει τιμή. Είναι επίσημο δημόσιο πρόσωπο. Και αν έστω κάποια στιγμή νόμισε ότι όλα αυτά κάτι είναι, ήλθε ο πόνος και του τα ξεγύμνωσε και του έδειξε οτι δεν αρκούν.

Λειτούργησε ο πόνος σαν το κουδούνι του Θεού, μέσα σ´ ένα κόσμο ατυχώς κουφό. Ο Εκατόνταρχος δεν είναι κουφός. Αγαπάει, και τιμάει το Θεό. Νηστεύει θυσιαστικά.

Προσεύχεται αγαπητικά. Προσπαθεί να δει πως να αντιμετωπίσει τον πόνο που «χτύπησε» την πόρτα του. Γι ´ αυτόν (τον Εκατόνταρχο) ο πόνος γεννάει μέσα του την συμπόνια και αυτό του δίνει την ωφέλεια ενός ψυχικού βάθους, με το οποίο αξιολογεί με σωστή  σειρά τα πράγματα.

Καταλαβαίνει οτι το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο είναι, όχι το «να έχεις», αλλά το «να είσαι». Συνήθως οι άνθρωποι τα ταυτίζουν, χωρίς να σκέπτονται, οτι αν είσαι ο,τι έχεις και αν ο,τι έχεις χαθεί, τοτε τί είσαι; Απλώς μια… άδεια μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής!

Ο Εκατόνταρχος προσπαθεί να είναι. Αγωνίζεται να γνωρίσει «τα μάτια του Θεού». Να συνειδητοποιήσει την σχέση που πρέπει να έχει μαζί Του.

Όταν ο πόνος χτυπάει την πόρτα του και ο ‘’παις’’ του (ερμηνεύεται και γιος και δούλος, και η δεύτερη πιθανότητα-εκδοχή δείχνει τον Εκατόνταρχο απείρως «μεγαλύτερο» πνευματικά), βρίσκεται ταλαιπωρημένος φρικτά στο κρεβάτι της παράλυσης, ο Εκατόνταρχος καταφεύγει στον Χριστό ζητώντας θεραπεία.

΄Εχει προηγηθεί η προσευχή, που έχει φανερώσει στό περιβάλλον του την ποιότητα της καρδιάς του εκατόνταρχου και την συνειδητοποιημένη σχέση του με τον Θεό.

Κάποτε ενας φοιτητής του μεγάλου φυσικού επιστήμονα Αντρέ Αμπέρ (1775-1836) του θεμελιωτή του ηλεκτρομαγνητισμού, είδε τον διάσημο καθηγητή να προσεύχεται γονατιστός.

Ζεστάθηκε η καρδιά του νεαρού φοιτητή απ αυτό που είδε και άρχισε να αναζητά τον Χριστό και να Τον εμπιστεύεται. Έλεγε: είδα σ´ αυτή την κίνηση του Αμπέρ την συνειδητότητα των μέτρων της «απόστασης» ανάμεσα στον άνθρωπο και τον  Θεό.

Όταν ο Χριστός είπε στον Εκατόνταρχο ότι θα πάει στο σπίτι του να θεραπεύσει τον παράλυτο δούλο του, ο εκατόνταρχος έχοντας ακριβώς αυτήν την συνείδηση της «απόστασης», του είπε: Δεν αξίζω να ´ρθεις στο σπίτι μου Κύριε. Ο Λόγος Σου ειναι «συστατικός» του σύμπαντος . Πολυ περισσότερο μπορεί να θεραπεύσει τον δούλο μου. Όπως εγώ λέω στους «υπ´ εμέ» να κάνουν κάτι και το κάνουν, έτσι πες και Σύ ένα λόγο και θα γιατρευθεί ο δούλος μου.

Μπροστά σ´ αυτήν την ολοκάρδια εμπιστοσύνη-πίστη του ειδωλολάτρη εκατόνταρχου, ο Χριστός επισήμανε στους γύρω του οτι: α) Ούτε σε Ισραηλίτη (Ισραήλ= «ο μετα του Θεού ενισχύων») δεν συναντά κανείς τέτοιας ποιότητας πίστη! Και β) ότι οι «φυσικοί» κληρονόμοι της πίστεως του Αβραάμ, σε αντίθεση με πολλούς πανταχόθεν ξένους, ατυχώς θα » πεταχτούν έξω», αν το μόνο που έχουν είναι η συγγένεια του αίματος, και όχι το φρόνημα και το περιεχόμενο της πίστεως του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ.

Σε μας το όλο περιστατικό έχει να πει πολλά.

Πρέπει να μας ειναι απόλυτη συνείδηση, οτι η ποιότητα του περιεχομένου της καρδιάς μας δεν ειναι συμβατή με την ποιότητα του Χριστού και εξ αυτού δεν είμαστε άξιοι να Τον συναντήσουμε, πολύ περισσότερο να ´ρθει μέσα μας.

Πρέπει να πάμε στον Χριστό την παράλυτη για κάθε καλό ύπαρξη μας, με την εμπιστοσύνη της αυτοπαραδοσης στα χέρια «Του συστησαμένου» την κτίση.

Πρέπει να προσβλέπουμε στην απόκτηση της εμπιστοσύνης-πίστης του Αβραάμ, του οποίου είμαστε τέκνα και κληρονόμοι, όχι εξ αίματος, αλλά επειδή είναι πατήρ των πιστευόντων.

Η πίστη αποκτιέται όχι με ευσεβείς θεολογικές σκέψεις αλλά με τον κόπο της κάθαρσης της καρδιάς από κάθε βρώμικό και αμαρτωλό περιεχόμενο. Μόνον ελεύθερος από δεσμεύσεις μπορεί κανείς να εμπιστευθεί. Αν σε ‘’ασύνετο καρδία ούκ εισελεύσεται σοφία’’ πολύ περισσότερο υπάρχει ασυμβατότητα μεταξύ πίστεως και αμαρτίας.

Πηγή: Enoriako.info

Εικόνα από: Ιερέας της Ανατολικής Εκκλησίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»