Κάθε Άνοιξη φεύγω…Όπως οι παλιοί Βλάχοι της γειτονιάς μου, όπως οι μετανάστες των παιδικών μου χρόνων «χαιρετίσματα από την Γερμανία».
Φεύγω κάθε Μάη για την πατρίδα μου την Πόλη:

Να παρασταθώ στις δέσποινες του Βυζαντίου, να μαζέψω εσθήτες κουρελιασμένες -πορφυρά ναυάγια-, να ψάξω τα σανδάλια του αυτοκράτορα, πριν τα βρουν οι Τούρκοι,να περιμαζέψω, στα όνειρά μου, θρηνούσες Λωξάντρες, να κάψω θυμίαμα στο Μπαλουκλί.

Φεύγω κάθε Μάη για κει που η γιαγιά μου είπε να μην πάμε, παρά μόνο σαν την πάρουμε…

Φεύγω κάθε που νυχτώνει και το πρωί στις προικώες δαντέλες του μαξιλαριού μου (ατραντές πλεγμένος, από τη νενέ μου, κόμπο- κόμπο την πίκρα της βυζαντινής οδύνης) ανιχνεύω δάκρυα ονείρων και ροδοπέταλα που στον ύπνο μου τα έκοψα, τάχα, για το γλυκό το τριαντάφυλλο….

Λες και στους αποθαμένους δεν κάνουν πιά ασσουρέ αλλά γλυκό του κουταλιού….
Θεός φυλάξοι…

Πηγή: τί και πώς

το «σπιτάκι της Μέλιας»