Ένας ήλιος μέσα στο κελλί 

Καθώς ο εκλεκτός μοναχός Λάζαρος διακονούσε στο ιατρείο της Ι. Μονής Διονυσίου, είχε την ευκαιρία να πληροφορηθή στις 11 Φεβρουαρίου 1958 ένα εξαίσιο γεγονός. Ο απλούστατος παραδελφός του π. Ιερόθεος του είπε:

– Πάτερ Λάζαρε, ένα θαυμαστό πράγμα μου συνέβη αυτές τις ημέρες!

– Λέγε, π. Ιερόθεε, σ’ ακούω…

– Αδελφέ, σου λέω αυτά τα πνευματικά, γιατί γνωρίζω ότι είσαι μυστικός. Που ξεθαρρώ να τα πω σ’ άλλο!… Θα με περάση για τρελλό…

– Έχεις δίκιο! Λέγε μου ν’ ακούσω, κι εγώ δεν θα τα πω σε κανένα.

– Αυτές τις ημέρες που έρχεται η αποκριά της Τυροφάγου, και την Τετάρτη μετά το τριήμερο θα κοινωνήσουμε κατά την τάξι της μονής, για να βρεθώ λιγάκι καθαρός και άξιος για την αγία Κοινωνία, βίασα τον εαυτό μου, αδελφέ.

Εγκρατευόμουν και διπλασίασα τον κανόνα μου, τις μετάνοιες και τα κομβοσχοίνια. Τρεις–τέσσερις ώρες αποβραδύς προσευχή, μετάνοιες κλπ., τα ξέρεις…

Δύο ημέρες λοιπόν πριν της απόκρεω (Τυροφάγου), τη νύχτα της 6ης προς την 7ην του μηνός, καθώς προσευχόμουν, έξαφνα βλέπω το κελλί μου να γεμίζη φως!

Φως, μα τι να σου πω! Όχι λάμπες, όχι ηλεκτρικά… αλλά σαν ήλιος κάτασπρος! Και μου φαινόταν ότι έβγαινε από την εικόνα της Παναγίας.

– Όταν είδες αυτό το φως, φοβήθηκες; Σου ήρθε δειλία;

– Όχι, δεν φοβήθηκα, αλλά πολύ ευχαριστήθηκα. Αισθανόμουν χαρά μεγάλη και άρχισα να λέω τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και ό,τι άλλο ήξερα από την Παράκλησι, από τα Μεγαλυνάρια, Άξιον εστίν κλπ. Και τα έψαλλα με πολλή χαρά και αγαλλίασι!

– Έως πόση ώρα στάθηκε το φως στο κελλί σου;

– Τρεις έως τέσσερες ώρες θαρρώ να στάθηκε και ύστερα χάθηκε.

Ακούγοντας αυτά ο π. Λάζαρος θαύμασε και δόξασε την άπειρη ευσπλαχνία του Χριστού, που συγκαταβαίνει και παρηγορεί τους ταπεινούς και ασήμους δούλους του.

(Διονυσιάτικες διηγήσεις)

(Χαρίσματα και Χαρισματούχοι, Ι. Μονή Παρακλήτου, τ. Β΄, σ. 99-100)

Πηγή: Ιερός Ναός Αγίου Σώστη Νέας Σμύρνης

το «σπιτάκι της Μέλιας»