(ἤ, μιὰ  συνειδητὴ  μαρτυρία ἑνὸς ἀκόμα ἐπαρχιώτη παπᾶ μὲ 40-χρονη καὶ πλέον διακονία)

π. Κ.Ν. Καλλιανός

Εἰλικρινὰ τὸ λέω: Δὲν ἔχω καμμία, μὰ ἀπολύτως καμμία ἀπαίτηση νὰ μὲ πιστέψουν ὅσοι μέσα τους  ἔχουν ἴχνη ἀμφιβολίας ἤ φόβου, ἀλλὰ καὶ «καλῆς ἀπιστίας».

Γιατὶ αὐτὰ ποὺ γράφω, δὲν τὰ λέω ἐγὼ γιὰ νὰ φανῶ μονάχα, ἀλλὰ ἡ μέσα μου παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία 41 χρόνια μὲ στηρίζει, μὲ διατηρεῖ ἀκόμα διάκονο τῶν Μυστηρίων Του καὶ συνάμα μοῦ γεμίζει τὴν καρδιὰ ἀγαλλίαση, ὅταν -μετὰ τὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας- καταλύω τὰ ἱερὰ περισσεύματα.

Ὅμως τελευταῖα πολὺ λόγος ἔγινε γιὰ τὴ Θεία Κοινωνία -ἄν μολύνει, ἄν πρέπει νὰ λαμβάνεται μὲ  τὸν ἀπ’ αἰώνων διοριζόμενο τρόπο ἤ ν᾿ ἀντικατασταθεῖ αὐτός, κι ἄλλα πολλά.

Πολλὰ καὶ παράξενα ὄντως, γιατὶ ἔχουν σκοτιστεῖ ἀπὸ τὴν ἀπουσία τοῦ μοναδικοῦ φωτός: Τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου «Φῶς ἐκ φωτὸς ἔλαμψεν τῷ κόσμῳ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν…».

Κι αὐτὸ τὸ φῶς εἶναι ποὺ καταυγάζει τὰ στοτεινά μονοπάτια τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ μας κι ἔτσι μποροῦμε πιὰ νὰ ξερουμε τί κάνουμε καὶ ποῦ ἔχουμε ἀναθέσει «πᾶσαν τὴν ζωήν ἡμῶν».

Ὡστόσο, δὲ μπορῶ νὰ μὴν πῶ καὶ τὸ δικό μου, τὸν ἔστω φτωχό, ἄτεχνο καὶ χωρὶς περγαμηνὲς  ἐπίσημες βιωματικό μου λόγο, ποὺ γιὰ 41 χρόνια καρποφορεῖ μέσα μου καὶ μοῦ χάρισε, ἀλλὰ καὶ συνεχίζει νὰ μοῦ χαρίζει, θεῖες εὐλογίες κι ἐμπειρίες μοναδικές.

Λέω, λοιπόν, σὲ ὄσους τὸν τελευταῖο καιρὸ ἀναφέρονται στὴ Θεία Μετάληψη καὶ μάλιστα μὲ κάποια, προσωπικά τους ἐντελῶς ἐπιχειρήματα, προσπαθοῦν νὰ μᾶς ποὺν τίς ἀπόψεις τους, ὅτι καλῶς πράττουν. Γιατὶ ἡ Θεία Κοινωνία εἶναι καθαρὰ θέμα πίστεως κι ὄχι ἐργαστηριακῆς ἀναλύσης συμπέρασμα.

Καὶ λέω καλῶς ἀσχολοῦνται, ἐπειδή, ποιὸς ξέρει -μόνο ὁ Θεὸς καὶ ἡ ψυχή τους-γιατὶ  οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουν νοιώσει τὴν ἀνείπωτη εὐλογία ποὺ σοῦ προσφέρετει μὲ τὰ θεῖα ἐκεῖνα Δῶρα. Κι αὐτὸ γιατί, ἀπαιτεῖται προετοιμασία γιὰ νὰ δεχτεῖς, ἀσκηση, προσευχή, μετάνοια καὶ προπάντων ἐξαγόρευση τῶν ὅσων σκοτεινῶν λογισμῶν ἤ πράξεων κρύβει βαθειά ἡ ψυχή μας.

Κι ἀλήθεια, πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ κάποιους νὰ ταπεινωθοῦν στὸ πετραχήλι τοῦ πνευματικοῦ, νὰ καταθέσσουν δάκρυα μετανοίας, νὰ μεριμνήσουν ὥστε νὰ ὁμολογήσουν: «Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι Σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτος εἰμί ἐγώ…».

Καὶ νομίζω ὄτι αὐτὴ ἡ ἐγκάρδια ὁμολογία εἶναι ἀδιαμφισβήτητα τὸ κλειδὶ ποὺ ἀνοίγει τὴ θύρα εἰσόδου στὸ Ὑπερῶον, ὅπου τελεῖται «ὁ Δεῖπνος Του ὁ Μυστικὸς εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν μας καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον».

Ἀλήθεια, πόσοι τὸ ἔχουν σκεφθεῖ, ἀλλὰ καὶ βιώσει αὐτό;

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας

το «σπιτάκι της Μέλιας»