Φρικτός ο θάνατος από ασφυξία.

Αγωνιάς να πάρεις μια ανάσα, μια αχνή ανάσα ζωής που δεν έρχεται και πονάς και πνίγεσαι γιατί ο ιός κατέστρεψε τον πνεύμονα σου.

Ψήνεσαι στον πυρετό, ανοιγοκλείνεις τα μάτια και οι εικόνες που αντικρίζεις είναι εξωπραγματικές.

Γιατροί και νοσοκόμες με μάσκες και προστατευτικές στολές, να τρέχουν γύρω σου, να σκύβουν επάνω σου και να παλεύουν για τη ζωή σου.

Ίσα που ακούς η φωνή του γιατρού να δίνει εντολές: «ενδοφλέβια παρακεταμόλη για να ρίξουμε τον πυρετό…»

Και ο υψηλός πυρετός δεν υποχωρεί και «φτάνεις στο σημείο μηδέν», δεν υπάρχει αέρας να αναπνεύσεις, δεν υπάρχει επιστροφή στη ζωή.

Και τότε σου χορηγείται μορφίνη (μαρτυρία Ιταλού γιατρού). Και συνειδητοποιείς ότι όλα τέλειωσαν.

Ζητάς να μιλήσεις στο τηλέφωνο με τους δικούς σου, να τους ακούσεις για τελευταία φορά… πράγμα αδύνατο.

Κάτω από τη μάσκα προσπαθείς να διακρίνεις αν ο σωτήρας σου είναι άντρας.

Αν αυτός ο άγγελος, που σου κρατάει το χέρι και σου χαϊδεύει τα μαλλιά, τη στιγμή που τελειώνει η στερνή σου ανάσα και «βγαίνει» η ψυχή σου, είναι γυναίκα.

Οι δικοί σου άνθρωποι δεν είναι εκεί, δεν σε αποχαιρετούν, δεν σου κλείνουν τα μάτια. Σε θρηνούν από το σπίτι…. κι εσύ φεύγεις μονάχος!

Στα σκληρά περιοριστικά μέτρα που πάρθηκαν σχετικά νωρίς πειθαρχήσαμε με ελάχιστες εξαιρέσεις, γιατί συνειδητοποιήσαμε την γρήγορη εξάπλωση του ιού.

Και έκλεισαν οι εκκλησιές μας, το Σπίτι μας και για την Θεία Κοινωνία, ούτε λόγος… απαγορευτικό!

Η τρίτη ηλικία, η «ευαίσθητη» ηλικία, χτυπήθηκε από τον κορωνοιό.

Ο κύριος Γρηγόρης με το μπαστουνάκι του , που κόντευε τα 90 και περνούσε από μπροστά μας για να πάει στον φούρνο να πάρει το ψωμάκι του δεν θα μας ξανακαλημερίσει.

Η κυρία Σοφία που κανάκευε τα εγγόνια της στο σπίτι, για να δουλέψει η χαροκαμένη κόρη της, δεν θα ξαναπεί παραμύθια στα εγγόνια της.

Αλλά τα καταφέραμε και δεν θρηνήσαμε τόσους πολλούς νεκρούς όπως σε άλλες χώρες που ο ιός αποδεκάτισε τον πληθυσμό.

Δεν βάλαμε τους νεκρούς μας, σε πλαστικές σακούλες. Δεν ανοίξαμε ομαδικούς τάφους, για να χωρέσουν τα νεκρά κορμιά τους. Δεν… δεν…

144 οι νεκροί μέχρι στιγμής στη χώρα μας. Ο Θεός να αναπαύσει τις ψυχούλες τους.

Μπορεί να μην τους γνωρίζαμε, μπορεί να μην ήταν δικοί μας άνθρωποι, όμως σε κάποια άλλα σπιτικά, η απώλεια είναι μεγάλη και ο πόνος δεν παλεύεται.

Καλή δύναμη σε αυτούς που έμειναν πίσω… και καλή ανάπαυση σε αυτούς που «έφυγαν!»

Κι όπως έλεγε κι η μητέρα μου, καλή της ώρα εκεί ψηλά που βρίσκεται «κι άλλο κακό να μη δούμε!»

Μέλια.

Εικόνα από: pinterest

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

άσπρα λουλούδια