Η μητέρα μου, καλή της ώρα εκεί ψηλά που αναπαύεται, είχε δύο αδυναμίες: την μοναχοκόρη της, δηλαδή εμένα, και τον κήπο της.

Η γειτονιά μοσχοβολούσε από τα γιασεμιά και το αγιόκλημα που αγκάλιζαν τον φράχτη του σπιτιού μας απ’ άκρη σε άκρη. Οι ανθισμένες αμυγδαλιές και όλα τα οπωροφόρα δέντρα σκέπαζαν το σπίτι μας με την ολάνθιστη ομορφιά τους.

Ήμουν παιδί, πολλά χρόνια πίσω, χρόνια που δεν λησμονιούνται και θα χαρακώνουν πάντα την καρδιά.

Το πρόχειρο ζωγραφισμένο ημερολόγιο που είχα φτιάξει και ζωγραφίσει με τα χεράκια μου έδειχνε τον μήνα Απρίλιο. Στο μικρό μου μυαλουδάκι μία σκέψη υπήρχε «το δώρο της μαμάς».

Μια μέρα που βγήκα στο κήπο να παίξω, σε μια γωνίτσα είδα ένα λουλουδάκι ολομόναχο να μπουμπουκιάζει.

Και τότε σκέφτηκα «τέτοιο λουλούδι δεν έχει η μαμά, πλησιάζει και η γιορτή της» και βάλθηκα να το φροντίζω. Λίγο νεράκι, λίγο ανακάτεμα το χώμα και πολύ πολύ κουβέντα… αχ αν είχε στόμα να μιλήσει το λουλουδάκι…

Εκείνο το πρωί, ξύπνησα πολύ νωρίς και έτρεξα να βρω τον μπαμπά μου. Έπινε ήσυχος τον καφέ του και διάβαζε την εφημερίδα του.

«Μπαμπά τι δώρο θα πάρεις στη μαμά;»

«Θα το σκεφτώ παιδάκι μου…»

«Μπαμπά θα το ξεχάσεις!»

«Όχι παιδάκι μου δεν θα το ξεχάσω… πήγαινε να πιείς το γάλα σου…»

«Δεν φεύγω αν δεν μου πεις τι θα της πάρεις!»

Ο μπαμπάς μου ξεφύσηξε (με το δίκιο του) και μου είπε: «θα της πάρω παντόφλες… εντάξει τώρα;»

«Παντόφλες στη μαμά που κουράζεται, που μας μαγειρεύει, μας πλένει τα ρούχα;;; Αυτό δεν είναι δώρο!»

«Βρε που έμπλεξα» μουρμούρισε ο καημένος μέσα από τα δόντια του. «Και εσύ τι θα της πάρεις;» με ρώτησε για να μου κόψει τη φόρα.

«Ααα, δεν μπορώ να σου πω είναι μυστικό… έκπληξη… πάω να πιω το γάλα μου…»

Κι αυτό γινόταν κάθε μέρα…. Μεγάλη η υπομονή του!!

Ήμουν πολύ χαρούμενη για το δώρο μου, όμως η χαρά μου δεν κράτησε και πολύ. Μία μέρα πριν την γιορτή της το λουλουδάκι μου άρχισε να μαραίνεται.

Όσο κι αν το ρώτησα «τι έχεις λουλουδάκι; που πονάς;;;» απάντηση δεν πήρα.

Εκείνο το βράδυ σχεδόν δεν άγγιξα το φαί μου. Ξαγρύπνησα και μονολογούσα «και τώρα Θεούλη μου τι δώρο θα κάνω στη μαμά μου, που τόσο μ’ αγαπάει, θα νομίζει ότι την ξέχασα!!» Πίκραααα…

Και ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα που περίμενα τόσο καιρό, 24 Απριλίου, της οσίας Ελισσάβετ, η γιορτή της μαμάς.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι και ξυπόλητη όπως ήμουν άρχισα να ψάχνω τη μαμά μου για να της πω «χρόνια πολλά μαμά και συγγνώμη που δεν έχω ένα δώρο να σου δώσω…»

Βρήκα την μαμά μου γονατισμένη στο παρτέρι στην άκρη του κήπου, εκεί που ήταν το μαραμένο λουλουδάκι μου, το δώρο της.

Ντράπηκα τόσο πολύ. Όσο την πλησίαζα της έλεγα τον πόνο μου « χρόνια πολλά μαμά, αυτό ήταν το δώρο σου αλλά κάτι έπαθε…»

Η μητέρα μου σηκώθηκε με αγκάλιασε μου έδωσε δυο σβουριχτά φιλιά στα μάγουλα και μου είπε: «μα τι ωραίο λουλούδι είναι αυτό!!!»

Και βλέπω το μαραμένο λουλουδάκι μου να έχει «αναστηθεί» να έχει ανθίσει και να στέκει καμαρωτό μπροστά μας.

«Μα χθες ήταν μαραμένο βρε μαμά, τι τούκανες και έβγαλε αυτό το λουλούδι;»

«Εγώ τίποτα, όλα εσύ τα έκανες, εσύ το φρόντισες με αγάπη, απλά χθες που φυσούσε ο αέρας το μάρανε, σήμερα ήθελε μόνο λίγο νεράκι.»

«Και τι λουλούδι είναι αυτό;»

«Είναι μια άσπρη μαργαρίτα!!»

«Σιγά το δώρο… μαργαρίτα…» είπα καταστεναχωρημένη και σκέφτηκα που έβαλα στον μπαμπά μου τις φωνές για τις παντόφλες.

«Ξέρεις παιδί μου η μαργαρίτα πήρε το όνομά της από το μαργαριτάρι, που είναι πολύτιμο, όπως και εσύ στη ζωή μου!»

Ξέρετε μετά πολύ καμάρωσα που έδωσα αυτό το «πολύτιμο λουλούδι» στη μαμά μου!!

Σε αγαπώ πολύ μαμά!

Η μικρή σου που δεν σε ξεχνά!

Μέλια.

Κείμενα αφιερωμένα στην μητέρα μου ΕΔΩ

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

άσπρα λουλούδια