π. Λίβυος

Η πείνα είναι η βιολογική κραυγή μιας βαθιάς έλλειψης. Κάτι μου λείπει. Με κάτι πρέπει να γεμίσω. Να παύσει αυτό το αίτημα που ζητάει απάντηση.

Όταν είμασταν βρέφη το κλάμα της πείνας ήταν το αίτημα της παρουσίας του «άλλου» στην ζωή μας. Με αυτό τον τρόπο καλούσαμε την μητέρα μας, να μας ταΐσει, να γευτούμε τα φιλιά, την αγκαλιά, τον ήχο, την αφή και μυρωδιά της.

Αυτό χόρταινε την ύπαρξης μας με ασφάλεια. Τα παιδιά που πείνασαν από αγκαλιά ποτέ δεν μπόρεσε καμιά τροφή να τα χορτάσει.

Πίσω από την εμμονή σου με το φαγητό, υπερφαγία ή ανορεξία, συνήθως φωλιάζει η ανάγκη για αποδοχή. Η ανάγκη για αγκαλιά, ασφάλεια, προστασία.

Το φαγητό γίνεται η πρέζα της ψυχής μπροστά στο άγχος της απόρριψης και του αποχωρισμού. Για αγάπη πεινάμε και τρεφόμαστε με υποκατάστατα.

Μέσα μας υπάρχει μια πείνα που δεν χορταίνει με τροφή. Κάτι άλλο ζητάμε. Το αντιλαμβάνομαι, το αναγνωρίζω, το αγκαλιάζω και σιγά σιγά με την Χάρι του Θεού το αλλάζω. Ήσυχα, με προσευχή και απαλό βηματισμό, με αποδοχή και σεβασμό στις πληγές μου.

Η νηστεία μπορεί να με βοηθήσει; Σαφέστατα. Όχι μονάχα να χάσω κιλά, δεν είναι αυτό άλλωστε το ζητούμενο της, αλλά βαθιά μέσα μου να κατανοήσω την μεγάλη υπαρξιακή αλήθεια, ότι η πραγματική μου πείνα είναι για το Απόλυτο. Για τον Άλλο και άλλο. Την παρουσία του Θεού δηλαδή και του συνανθρώπου μου.

Νηστεύω σημαίνει πεινάω για Θεό. Μένω νηστικός να με χορτάσει Εκείνος. Γιατί Θεέ μου μας έφτιαξες για Σένα και καμία τροφή δε μπορεί να χορτάσει την Απουσία σου.

Πηγή: π. Λίβυος

το «σπιτάκι της Μέλιας»