τῆς Μάρω Σιδέρη

Δύο ἀδέρφια, δύο ἰδεολογίες, δύο συμπεριφορὲς – ἕνα σπίτι, μία περιουσία, ἕνας πατέρας. Ἡ ἱστορία τοῦ ἀσώτου, περισσότερο ἴσως ἀπὸ κάθε ἄλλη παραβολή, μοιάζει νὰ εἰπώθηκε γιὰ κάθε ἄνθρωπο, μὰ πιότερο γιὰ κάθε Ἕλληνα ξεχωριστά.

Καμιὰ ἄλλη παραβολὴ δὲ ζωγραφίζει τόσο ξεκάθαρα τὴ συμφορὰ τῆς φυλῆς μας: δύο ἀδέρφια, ἐγὼ κι ἐσύ… ἐγὼ ὁ ἄσωτος, ἐσὺ ὁ συνετός. Ἢ τὸ ἀντίθετο – δὲν ἔχει σημασία ποιὸ ρόλο θὰ κρατήσει ὁ καθένας μας ἀφοῦ ὅλα ἀνατρέπονται στὴν πορεία.

Δύο ἀδέρφια λοιπόν, ὁ ἕνας ὡς ἄφρονας τζίτζικας, ὁ ἄλλος ὡς σώφρων μέρμιγκας. Ὁ ἕνας κατασπαταλᾶ τὸ βίος τοῦ πατέρα σᾶ νὰ ἦταν δικό του… ὁ ἄλλος διαφυλάττει τὸ βίος τοῦ πατέρα σᾶ νὰ ἦταν δικό του.

Νὰ τὸ πρῶτο φάουλ: καὶ οἱ δύο ἀγνόησαν τὸν ἀληθινὸ ἰδιοκτήτη τῆς περιουσίας. Ὁ πρῶτος μὲ περισσὸ θράσος ζήτησε τὸ μερίδιό του, ὡσὰν νὰ εἶναι ὑποχρέωση τοῦ πατέρα νὰ μοιράσει ἕνα βίος. Ὑποχρέωση καὶ ὄχι ἐπιθυμία.

Ὁ δεύτερος ὑπομονετικός, δὲ ζήτησε νὰ φάει κανένα μερίδιο, μὰ τί νὰ τὸ κάνεις; Κι ἐκεῖνος θεωροῦσε δεδομένη τὴν περιουσία: «ἀφοῦ ὁ μικρὸς πῆρε τὸ μερίδιό του, ἄρα ὅλα τὰ ὑπόλοιπα κάποτε θὰ ἀνήκουν σὲ μένα». Καὶ τὸν πατέρα ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο τὸν ρώτησε;

Ποιὸς γιὸς ἐνδιαφέρθηκε νὰ μάθει τί στ’ ἀλήθεια ἤθελε νὰ κάνει τὴν περιουσία του ὁ νόμιμος ἰδιοκτήτης της; Ποιὸς σεβάστηκε ὡς τὰ κατάβαθά της σκέψης καὶ τῆς ψυχὴ του τὸ δικαίωμα τοῦ πατέρα νὰ μοιράσει ἢ νὰ μὴ μοιράσει τὰ δικά του ἀγαθὰ ὅπως ὁ ἴδιος ἤθελε;

Κανένας ἀπὸ τοὺς δύο. Οὔτε ὁ «ἄσωτος» οὔτε ὁ «συνετός». Μὰ δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ μοναδικὸ ἀτόπημα τῶν δύο πρωταγωνιστῶν. Δύο ἀδέρφια, σωστά; Μὰ στ’ ἀλήθεια, ἀδέρφια; Ποιὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὸν ἄλλον;

Ὁ ἄσωτος ἅρπαξε τὸ «δικό του μερίδιο» γιὰ νὰ τὸ φάει μὲ τοὺς φίλους του χωρὶς νὰ νοιάζεται ἂν ἄφηνε πίσω τὸν ἀδερφό. Ἤθελε γλέντι, ἀλλὰ στὸ μυαλὸ του χῶρο στὸ γλέντι του δὲν εἶχε κανένας ἀπὸ τοὺς ἀληθινὰ δικούς του.

Ὁ συνετὸς – χειρότερος αὐτὸς λόγω τοῦ τίτλου ποὺ ὑποτίθεται ὅτι ἔφερεπαραπονέθηκε ποὺ δὲν εἶχε δώσει ὁ πατέρας καὶ σὲ ἐκεῖνον ἕνα σφαχτὸ νὰ «γλεντήσει μὲ τοὺς δικούς του φίλους»… καὶ αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ ἦταν ἀρκετὸς γιὰ νὰ στερηθεῖ τὸ γλέντι γιὰ χάρη τοῦ ἀδερφοῦ του.

Κι ἐκεῖνος ἤθελε γλέντι ὅπως ὁ ἄσωτος, ἀλλὰ οὔτε στὸ δικό του μυαλὸ ὑπῆρχε χῶρος γιὰ τοὺς ἀληθινὰ δικούς του. Τὸ φίλο, τὸν ἐκτὸς σπιτιοῦ, ἤθελαν καὶ οἱ δύο νὰ εὐχαριστήσουν, μὰ τὸν ἀδερφό, κανένας ἀπὸ τοὺς δύο δὲν ἐκτιμοῦσε, οὔτε ὑπολόγιζε.

Νὰ τὸ δεύτερο φάουλ: ξένοι καὶ οἱ δύο στὸ ἴδιο σπίτι, ξένοι καὶ μὲ μπόλικο φθόνο ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον, μὲ μπόλικο ἐγωνεντρισμὸ ὁ ἕνας σὲ βάρος τοῦ ἄλλου.

Κανένας τους δὲν ἤθελε τὴ χαρὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, οὔτε τὴν παρέα του, οὔτε τὴν προκοπή του… ὁ ἄσωτος παράτησε τὸν ἀδερφό, γιατί ἔτσι ἤθελε, κοιτώντας τὴ δική του καλοπέραση κι ἀδιαφορώντας ποὺ ἄφηνε τὸ συνομήλικό του, τὸ παρεάκι του τελικά, στὴν ἐρημιὰ ἑνὸς ἀπέραντου ἀλλὰ πονεμένου σπιτιοῦ.

Κι ὁ ἄλλος – τρισχειρότερος, λόγω τῆς τελειότητας ποὺ ὑποτίθεται πὼς διέθετεπένθησε μὲ τὴ χαρὰ τοῦ πατέρα, πένθησε καὶ μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀδερφοῦ.

Ὁ τέλειος γιός, ὁ ὑπεράνω, πένθησε ποὺ τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ μοιραστεῖ τὸ βιὸς μὲ τὸν ἀνεπρόκοπο, γιὰ τελικὰ στὸ μυαλό του, ὅτι ἄξιζε ἀπὸ τὴν οἰκογένειά του ἦταν τὸ βίος τοῦ πατέρα καὶ ἡ δική του βολή.

Οὔτε οἱ ἄνθρωποι, οὔτε ἡ ζωή, οὔτε ἡ μεταμέλεια… τέλειος γιός, ἀτελὴς ἄνθρωπος. Καμιὰ ἄλλη παραβολὴ δὲν ἀπεικονίζει τόσο ζωντανὰ τὴν περιπέτεια τῆς φυλῆς καὶ τῆς πατρίδας μας: μήπως κι ἐμεῖς, σ’ αὐτὸ τὸ σπιτικὸ ποῦ τὸ λένε Ἑλλάδα, δύο εἰδῶν ἀδέρφια δὲν εἴμαστε;

Ἀπὸ τὴ μία οἱ «ἄσωτοι», αὐτοὶ ποὺ γιὰ χρόνια γλεντούσαμε μὲ ἕνα βίος ποὺ δὲ μᾶς ἀνῆκε… ἀπὸ τὴν ἄλλη οἱ «συνετοί», αὐτοὶ ποὺ γιὰ χρόνια περιμέναμε μὲ ζήλια κάποτε νὰ τὴν πατήσουν οἱ ἄσωτοι… καὶ που τώρα, ἀλίμονο, δὲν ἔχουμε στὴν καρδιά μας, οὔτε ἴχνος ἐλέους γιὰ ὅσα ὑποφέρουν: πιότερό μας νοιάζει ἡ εἰκόνα μας στοὺς ξένους φίλους, παρὰ τὰ ἀδέρφια που ἀπὸ πλουσιόπαιδα, τρῶνε ξυλοκέρατα: αὐτοὶ πολὺ καλὰ τὴν πάτησαν, σωστά;

«Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο» θὰ πεῖς. «Μαζί τους τρῶμε κι ἐμεῖς ξυλοκέρατα, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν τέλειο γιὸ τῆς παραβολῆς».

Κι ὅμως κάνεις λάθος: ὅπως ἐμεῖς ἔτσι κι ἐκεῖνος, ὁ τέλειος γιός, ἔχασε μεγάλο κομμάτι τῆς βολῆς του σὰν ἐπέστρεψε ὁ «ἄσωτος» στὸ πατρικὸ σπίτι, ἡττημένος καὶ γυμνός.

Ὅπως καὶ στὸ δικό μας σπίτι, ἔτσι καὶ σ’ ἐκεῖνο τῆς παραβολῆς, τὸ μισὸ βίος εἶχε χαθεῖ, θυσία τῆς ἀφροσύνης τοῦ ἀσώτου.

Μὰ πιὸ πολύ, αὐτὸ ποὺ λέει ἡ παραβολή, καὶ ποὺ τὸ βιώνουμε ὅλοι, ὅτι στάση κι ἂν κρατήσαμε στὰ χρόνια ποὺ τὸ βίος ἦταν ἄφθονο, εἶναι πὼς στὴν ἱστορία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει συνετός: ὅλοι, ἄσωτοι καὶ συνετοὶ εἴμαστε κατὰ βάθος ἄσωτοι- οἱ πρῶτοι βουτηγμένοι στὴν ἀσωτία τῆς ἀδιαφορίας καὶ τῆς ματαιότητας.

Οἱ δεύτεροι, βουτηγμένοι στὴν ἀσωτία τῆς ψευδεπίγραφης τελειότητας, τῆς κεκαλυμένης ὑποκρισίας καὶ – κυρίως – τοῦ φθόνου γιὰ ὅτι δὲ συμφωνεῖ μὲ τὰ πιστεύω μας.

Γὶ αὐτὸ καὶ τοῦτο ποὺ συμβαίνει ἐδῶ δὲν εἶναι κρίση, εἶναι παρακμή: Ὅλοι σὲ τοῦτο ἐδῶ τὸ σπιτικὸ ἄσωτοι, γιατί τελικὰ ὅλοι ὑπηρέτες τοῦ δικοῦ μας μικρόκοσμου ποὺ εἴτε δὲ νοιάζεται, ἢ δὲ συγχωρεῖ …εἴτε κοιτάει τὴν πάρτη του, ἢ φθονεῖ καὶ δὲ δέχεται τὴ μεταμέλεια.

Καὶ στὴ μέση τί; Ἡ παραβολὴ τὸ λέει ξεκάθαρα: στὴ μέση μόνο ἕνας Πατέρας, στοργικός, ὑπομονετικός, ἕνας Πατέρας ποὺ περιμένει τὸν ἄσωτο νὰ μετανοήσει, καὶ μετὰ περιμένει τὸ συνετὸ νὰ γίνει ἄσωτος, γιὰ νὰ μπορέσει κάποτε νὰ μετανοήσει κι αὐτός… βέβαια, ἔτσι ὅπως τὸ βλέπω – κάνοντας καὶ αὐτοκριτικὴ- τὸ νὰ περιμένεις τὴ μετάνοια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ θεωρεῖ ὅτι ὁ ἴδιος ὑπῆρξε τέλειος καὶ φθονεῖ τὸν ἀδερφό, εἶναι σὰ νὰ τρίβεις δύο κομμάτια πάγο, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ πάρεις σπίθα… γι’ αὐτό, φοβᾶμαι, ἡ παραβολὴ τελειώνει μὲ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ προφανοῦς ἀσώτου, μὰ δὲ λέει ἂν ἐπιστρέφει καὶ ὁ ψευτο-συνετός… δὲν τὸ λέει, γιατί μᾶλλον κάτι τέτοιο δὲ γίνεται εὔκολα.

Ὡστόσο, μελετώντας τὴν παραβολή, δὲν εἶναι δύσκολο νὰ φανταστεῖ κανείς, τὸ δρόμο τῆς σωτηρίας: γιὰ νὰ σωθεῖ τούτη ἡ οἰκογένεια τῆς παρακμῆς, πρέπει νὰ συνετιστοῦν καὶ τὰ δύο παιδιά: καὶ ὁ ἄσωτος ὡς πρὸς τὴν ἀφροσύνη καὶ ὁ ἄσωτος ὡς πρὸς τὴν ψευδαίσθηση τῆς τελειότητας… τότε μόνο θὰ μπορέσει ὁ Πατέρας νὰ σώσει τὸ σπιτικό, ὅταν καὶ τὰ δύο παιδιὰ πάψουμε νὰ σκεφτόμαστε ὡς «ἐγὼ» καὶ ἀρχίσουμε νὰ σκεφτόμαστε ὡς «ὁ ἄλλος: ὁ ἀδερφός»…

Αντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Φυλλάδιο Ἡ Ἐνορία μας
ἔτος 8ον – τεύχος 366ον  – Φεβρουάριος 2018
Ἱερὸς Ναὸς Ἁγίου Παντελεήμονα Πεῦκης Ἀττικῆς

Εἰκόνα ἀπὸ: pravoslavie.ru

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»