Τῆς πρεσβυτέρας Αἰκατερίνης Τσαλμπούρη – Κουτσίδου

«Γένος ἅπαν τῶν βροτῶν, μακαρίζει σε Ἁγνή, καί δοξάζει σε πιστῶς, ὡς Μητέρα τοῦ Θεοῦ».

Αὐτός εἶναι ὁ λόγος, Σεβασμιώτατε πάτερ καί Δέσποτα, σεβαστοί πατέρες καί ἀγαπητοί ἀδελφοί πού συναχθήκαμε ἐδῶ ὅλοι ἐμεῖς μετά τόν λαμπρό πανηγυρικό ἑσπερινό τῆς Παναγίας τῆς Ἱεροσολυμίτισσας, προστασίας καί καταφυγῆς ὅλων τῶν Σερραίων.

Συναχθήκαμε νά μακαρίσουμε «ἔτι καί ἔτι» μέ λόγους καί ὕμνους αὐτή πού εἶπε τό μεγάλο «ΝΑΙ» στό κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν μητέρα κάθε ἀνθρώπου, μάλιστα δέ πιστοῦ.

Γιατί, ὅταν ὁ Υἱός καί Θεός της τελείωσε τό Ἔργο τῆς Θείας οἰκονομίας γιά τήν σωτηρία μας, λίγο πρίν παραδώσει τό πνεῦμα Του στόν οὐράνιο Πατέρα Του πάνω στόν Σταυρό, παρέδωσε τήν Ἁγία Μητέρα Του σέ ὅλους ἐμᾶς:

«ἰδού ἡ μήτηρ σου», γιά νά βρίσκουμε στήν ἀγκαλιά Της δύναμη στόν καθημερινό μας ἀγώνα, λιμάνι ἀπάνεμο στίς φουρτοῦνες τῆς ζωῆς μας, βάλσαμο στούς κάθε λογῆς πόνους μας, ἐλπίδα στίς ὦρες τῆς ἀπελπισίας καί τῆς ἀπογοήτευσης γιά νά σφογγίζουμε στήν ποδιά Της κάθε μας δάκρυ.

Ἡ Παναγία μας, ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ καί συγχρόνως ἡ μεγάλη Μάννα ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας στίς 2 Φεβρουαρίου, ἡμέρα τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου, στό ἱερό της πρόσωπο ἐνσαρκώνει καί τιμᾶ τήν μάννα.

Ποιά εἶναι ἡ καλύτερη μητέρα τοῦ κόσμου; Ἡ δική μας ἡ μητέρα. Αὐτή πού μᾶς βάσταξε στά φιλόξενα σπλάχνα της καί μᾶς ἔθρεψε μέ τό αἷμα της.

Καί μόλις βγήκαμε στόν κρύο κόσμο πάλι μέσ’ τή ζεστή της ἀγκαλιά βρήκαμε τήν πρώτη θαλπωρή. Μάννα, ὁ πρῶτος δάσκαλος, ἡ πρώτη ἀγάπη, τό πρῶτο φιλί καί χάδι. Ὁ ἐπίγειος ἄγγελος πού δίνει ὁ Θεός σέ κάθε παιδί.

Μιά καί μοναδική καί ἀνεπανάλειπτη γιά τόν καθένα μας. «Ἐπιλείψει με ὁ χρόνος» διηγούμενη τήν ἀγάπη τῆς μάννας, τίς θυσίες της, τίς ὑπομονές της, τήν μακροθυμία της, τήν συγχωρητικότητά της.

Ἡ μητέρα εἶναι σάν τή γῆ πού ὅλοι τήν ποδοπατοῦν κι αὐτή συνεχίζει νά δίνει ἄνθη καί καρπούς. Ὅλα γιά τά παιδιά της, καί τίποτε γιά τόν ἑαυτό της, μέχρι τό θάνατό της καί μετά ἀπ’ αὐτόν.

Ἐκεῖ στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ πού συνεχίζει γονατιστή νά ἱκετεύει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με ὅτι ἡ θυγάτηρ μου, ὁ υἱός μου, τά παιδιά μου, κλυδωνίζονται στίς φουρτοῦνες τῆς ζωῆς», μέχρι νά γίνει ἡ ἱκεσία της δοξολογία ὅταν τά δεῖ ν’ ἀνθίζουν στόν Παράδεισο.

Μέσα στήν ἀγκαλιά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μας εἶναι καί κάποιες μητέρες πού δέχτηκαν ἀπό τήν ἀγάπη καί τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ μιά ἰδιαίτερη κλήση «μητρότητας» σέ μιά πιό πλατειά οἰκογένεια ἀπό τήν δική τους.

Στήν πνευματική οἰκογένεια τῆς ἐνορίας ἡ πρεσβυτέρα γίνεται «κατά χάριν» ἡ μητέρα ὅλων τῶν πιστῶν, μικρῶν καί μεγάλων.

Κι’ αὐτό γιατί μέ τό μυστήριο τῆς ἱερωσύνης μέ τό ὁποῖο ἀξιώθηκε ὁ σύζυγός της νά γίνει λειτουργός τοῦ Ὑψίστου, συμμετέχει ἔμμεσα στήν ἱερωσύνη καί τήν πατρότητά του.

Εἶναι πρωτίστως αὐτή πού γεύεται τίς ὕψιστες εὐλογίες τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου καί συγχρόνως ἀναλαμβάνει ἑκούσια μιά συνοδοιπορία μαζί του στό διπλό στάδιο τῆς δικῆς τους οἰκογένειας καί τῆς ἐνορίας.

Σηκώνει ἔτσι ἐκ τῶν πραγμάτων περισσότερο βάρος στή διακονία τοῦ σπιτικοῦ της γιά νά μείνει ὁ ἱερέας σύζυγός της ὅσο τό δυνατόν ἀπερίσπαστος στήν μέριμνα γιά τό ποίμνιό του. Γνωρίζει ὅτι βασικός σκοπός του εἶναι ἡ διακονία στό ἅγιο θυσιαστήριο.

Δέν ξεχνᾶ ὅτι ὁ σύζυγός της ἱερέας εἶναι ἄνθρωπος μέ ἀδυναμίες, ἀντιμέτωπος μέ τήν κόπωση, κάποτε καί μέ ἀποτυχίες, συχνά μέ προβλήματα ὑγείας. Τόν βλέπει μερικές φορές ἴσως νά ἔχει χάσει τόν ζῆλο τοῦ πρώτου καιροῦ.

Κι’ αὐτή μέ τήν στοργή, τήν ὑπομονή καί τήν ἀγάπη της ἀναθερμαίνει τήν ἐλπίδα, τοῦ θυμίζει τήν χάρη πού ἔχει λάβει γιά τόν δρόμο τῆς ἀγάπης καί τῆς θυσίας.

Εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἱερέα ἀλλά κρατᾶ καί τήν ἀπόσταση πού τήν χωρίζει ἀπό τό ἅγιο Βῆμα.

Τοῦ μιλᾶ μέ σεβασμό καί εὐλάβεια ὅπως σέ ὅλους τούς ἱερεῖς, τοῦ φιλᾶ τό χέρι, παίρνει τήν εὐχή του, σηκώνεται στήν παρουσία του καί ὅλα αὐτά τά ἐμπνέει καί στήν οἰκογένειά της.

Συγχρόνως ὅμως εἶναι παροῦσα καί στή ζωή τῆς ἐνορίας, ἐνισχύει τόν σύζυγό της στήν ἀντιμετώπιση τῶν δυσκολιῶν τοῦ ἔργου του, τόν στηρίζει καί συγχρόνως τόν ἐμπνέει.

Τό σπίτι τους ἀνοιχτό σέ κάθε ἀνάγκη ὑλική καί πνευματική τῶν ἀδελφῶν τους. «Ἐφημερεύουν καί διανυκτερεύουν», ὅπως ἔλεγε κάποιος χαριτολογώντας.

Εἶναι αὐτή στήν ὁποία οἱ ἐνορίτες ἀκουμποῦν πάνω της τίς χαρές καί τίς λύπες τους, ζητοῦν τίς «μεσιτεῖες» της πρός τόν ἱερέα σύζυγός της γιά κάθε τους πρόβλημα.

– Πάλι στήν ἐκκλησία θά πᾶς; διαμαρτύρονται τά παιδιά της πολλές φορές.

– πρεσβυτέρα τί θά γίνει μέ τό θέμα αὐτό; πρεσβυτέρα τί θά γίνει μέ τό ἄλλο; λένε οἱ ἐνορίτες.

Κι’ ἐκείνη, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀγωνίζεται νά τά προλάβει ὅλα. Ν’ ἀγκαλιάσει ὅλους καί ὅλα.

Εἶναι αὐτή πού μέ τίς καλές της συνεργάτιδες εἶναι παροῦσα σέ ὅλες τίς ἐκδηλώσεις καί τά ἔργα τῆς ἐνορίας: κατηχητικά, κύκλους ἁγίας Γραφῆς, φιλανθρωπία, γιορτές, φροντίδα γιά τήν εὐπρέπεια τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ καί τόσα ἄλλα.

Ἡ πρεσβυτέρα εἶναι «πόλις ἐπάνω ὄρους κειμένη». Οἱ ἐνορίτες εἶναι δεκάδες, ἑκατοντάδες, χιλιάδες, ἐκείνη εἶναι μία. Τήν γνωρίζουν ὅλοι. Τά βλέμματα ὅλων εἶναι στραμμένα ἐπάνω της.

Προσβλέπουν στό φωτεινό της παράδειγμα, δέν ἀμνηστεύουν εὔκολα τά λάθη καί τίς ἀδυναμίες της. Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τά μέλη τῆς οἰκογένειάς της. Τούς θέλουν ὅλους νά λάμπουν πάνω στή λυχνία.

Νά βλέπουν πρῶτα αὐτή καί ὕστερα ὅλη τήν οἰκογένειά της νά βρίσκονται ἀπό νωρίς στό Ναό τήν ὥρα τῆς θείας Λατρείας, νά συμμετέχουν τακτικά καί μέ εὐλάβεια στό Ποτήριο τῆς ζωῆς, νά ἔχουν παράδειγμα ἀνυπόκριτης ἀγάπης, σεμνότητας καί πνευματικότητας.

Περιμένουν τήν παρουσία της ἤ ἔστω τό τηλεφώνημά της γιά νά τούς ἐνισχύσει στίς δοκιμασίες τους, νά τούς παρηγορήσει στά πένθη τους, νά πολλαπλασιάσει τή χαρά τους στίς ἐπιτυχίες καί στίς χαρές τους.

Θεέ μου, πῶς κάλεσες ἕναν ἄνθρωπο σέ μιά τόσο μεγάλη θέση; Οἱ δυνάμεις ἐλάχιστες, ὁ παλαιός ἄνθρωπος ἐπαναστατεῖ, ἡ πορεία Σταυρώσιμη.

Κύριε, ἀξίωσέ μας ὅλες ἐμᾶς πού ἡ ἀγάπη σου μᾶς ἀνέχεται σ’ αὐτή τήν ἔπαλξη νά ἀκουμπᾶμε στή χάρη Σου, νά ἐπιζητοῦμε ἐλάχιστα ψιχῖα ἀπό τήν τράπεζα τοῦ ἐλέους Σου καί τῆς Σταυρικῆς Σου ἀγάπης, ὥστε, ὅταν κάποτε φθάσουμε ἐλεημένες μπροστά στά πόδια Σου μαζί μέ τήν οἰκογένεια πού μᾶς χάρισες, ἀλλά καί τήν ἐνορία πού μᾶς ἐμπιστεύθηκες, ταπεινά νά σοῦ ποῦμε: «ἰδού ἐγώ καί τά παιδία ἅ μοι ἔδωκεν ὁ Θεός».

Εὐχηθεῖτε, παρακαλοῦμε Σεβασμιώτατε, παρ’ ὅλη τήν ἁμαρτωλότητα καί τίς ἐλλείψεις μας στό βαρύ αὐτό ἔργο, νά βροῦμε ἔλεος ἐν ἡμέρα κρίσεως. Ἀμήν.

* Ὁμιλία κατά τήν ἐκδήλωση πού ἔγινε τό ἀπόγευμα τῆς Κυριακῆς, 1 Φεβρουαρίου, στόν παλαιό «Ὀρφέα» Σερρῶν, πρός τιμήν τῆς Πρεσβυτέρας – Μητέρας.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

«Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ὁ ἐν Σέρραις ἀθλήσας»
Διμηνιαῖο Περιοδικό Ἱερᾶς Μητροπόλεως Σερρῶν καί Νιγρίτης
τεῦχος 258 – Ἰανουάριος – Φεβρουάριος 2015

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»