Κλειώ-Σταυρούλα Κουράση

Χειμῶνα μου, δῶσε μου πίσω τίς ὧρες μέ τή γιαγιά στό τζάκι. Μέ τήν τσέπη τῆς ποδιᾶς της γεμάτη καλούδια, μελωμένα σύκα καί καρύδια.

Νά κρεμόμαστε ἀπό τά χείλη της γιά κεῖνα τά παραμύθια της πού δέν μᾶς τρόμαζαν ποτέ, γιατί ἀκόμα καί οἱ δράκοι της ἔκρυβαν στήν καρδιά τους μιά τόση δά σπίθα καλοσύνης.

Οἱ φλόγες χοροπηδοῦσαν καί τό χιόνι δέν ἔλεγε να σταματήσει. Κι ὅταν μᾶς ἔκλεινε γιά τά καλά μέσα στό σπίτι, τίς ὧρες πού ἡ μάνα ὕφαινε ἤ πάλευε με τίς δουλειές, ἔκανε ὅ, τι μποροῦσε νά μᾶς ἀπασχολήσει.

Μέχρι τούς ἀγῶνες τοῦ 1821, μέχρι τίς ζαβολιές πού ἔκανε κι αὐτή σάν παιδί, μέχρι πῶς γίνονται ὅλες οἱ ἀγροτικές δουλειές, τά κατορθώματα ναυτικῶν, μακρινῶν συγγενῶν, τί καί τί δέν ἔβρισκε
νά μᾶς διηγηθεῖ.

Χαμογελαστός, εἰρηνοποιός διαιτητής στούς καυγάδες τούς παιδικούς, καί ἡ χαρά της μεγάλη, σάν ἡμέρευε τό ἀνεμοβόρι, ἔλιωνε τό χιόνι, καί ξεπεταγόμαστε στόν κῆπο, σάν μουδιασμένα πουλάκια.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
Χριστιανική Στέγη Καλαµάτας
Ἔτος 53o – Φεβρουάριος 2019 – Τεῦχος 536

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»