Βαρύς ὁ χειμώνας ἔπεσε στό μικρό ὀρεινό χωριό. Σκέπασε τά πάντα μ’ ἕνα λευκό, παγωμένο πέπλο. Σχεδόν κανείς δέν ξεμύτιζε ἀπό τό ζεστό σπιτάκι του.

Μόνον ὁ καπνός ἀπό τά τζάκια καί τίς ξυλόσομπες χοροπηδοῦσε ἀπό τίς στέγες. Εἶχε μπεῖ γιά τά καλά ὁ Δεκέμβρης.

Οἱ συζητήσεις τῶν χωριανῶν κοινότυπες, ἔμοιαζαν νά ἐπαναλαμβάνονται κάθε τόσο:

— Ἄχ,κρύο καί βαρυχειμωνιά φέτος! Χορταράκι δέν βλέπουμε ἀπό τό πολύ χιόνι!

— Ξεραΐλα, τά δέντρα ἀδειανά. Φυλλαράκι δέν ἔμεινε στά κλαδιά. Ποιά κλαδιά, δηλαδή, πού κι αὐτά χάθηκαν ἀπ’ τόν χιονιά!

— Οἱ γλάστρες καταστράφηκαν ὅλες! Μῆτε ἕνα λουλουδάκι δέν ἔμεινε ἀπ’ τήν παγωνιά! … ἔλεγαν καί ξανάλεγαν κάθε τόσο.

Λίγο πιό ἔξω ἀπ’ τό χωριό, ζοῦσε μοναχός ἕνας νεαρός βοσκός. Εἶχε μείνει ὀρφανός ἀπό παιδί καί εἶχε ἀναλάβει τά προβατάκια τοῦ πατέρα του.

Κάθε πρωί, ὁ νεαρός βοσκός ξυπνοῦσε νωρίς νά πάει νά βγάλει τά προβατάκια του γιά βοσκή καί, μόλις πήγαινε νά νυχτώσει, τά ἐπέστρεφε πίσω στό μαντρί του.

Δέν ξεχνοῦσε ποτέ νά εὐχαριστεῖ τόν Καλό Θεό γιά τήν ὄμορφη μέρα πού τοῦ χάριζε, εἴτε εἶχε ἥλιο, εἴτε βροχή, γιατί –ὅπως ἔλεγε– ὅλα χρειάζονται γιά νά ἔχουν τροφή τά προβατάκια του.

Αὐτόν τόν χειμώνα, βέβαια, ἦταν δύσκολα τά πράγματα γιά τόν νεαρό βοσκό. Ἔπρεπε νά βρεῖ τροφή γιά τά προβατάκια του καί τά βοσκοτόπια ἦταν ὅλα σκεπασμένα μέ χιόνι.

Ἡ τροφή πού εἶχε στήν ἀποθήκη του δέν ἐπαρκοῦσε γιά τόν χειμώνα, ἔτσι, ἔπαιρνε τά προβατάκια του καί κατέβαινε πολλές ὧρες δρόμο, γιά νά βρεῖ κανένα βοσκοτόπι κατάλληλο γιά βοσκή.

Καί πάλι, ὅμως, ὁ νεαρός βοσκός μέ τήν εὐγενική ψυχή εὐχαριστοῦσε κάθε πρωί τόν καλό Θεό γιά τήν ὄμορφη μέρα του!

Ἕνα πρωί, βγαίνοντας στήν αὐλή γιά νά πάει στό μαντρί, τί νά δεῖ! Ἕνα ὑπέροχο μικρό λουλούδι εἶχε φυτρώσει! Πῶς κατάφερε αὐτό τό τρυφερό μπουμπουκάκι νά βλαστήσει μέσα στόν χιονιά!

Ἦταν ἕνα λεπτοκαμωμένο, μικρό ἀγριολούλουδο, μέ μακριά, μυτερά στίς ἄκρες πέταλα καί ἀνοιχτό μώβ χρῶμα. Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου πού ἔπεφταν πάνω του, μαζί μέ τίς σταγόνες τῆς δροσιᾶς, τό ἔκαναν νά λαμπυρίζει ἀνάμεσα στό χιόνι. Τοῦ ’δωσε τόση χαρά!

— Τί δύναμη ἔχεις ἐσύ, μικρέ χειμωνανθέ καί κατάφερες νά τρυπήσεις τό χιόνι; Ἄν καί μικρό, εἶσαι τόσο δυνατό! …εἶπε κι ἔφυγε σιγά σιγά γιά τήν δουλειά του.

Τό ἀπόγευμα πού γύρισε, καμάρωσε καί πάλι τόν μικρό χειμωνανθό καί φρόντισε νά ἀπομακρύνει τά πολλά χιόνια ἀπό κοντά του μέ ἁπαλές κινήσεις, γιά νά μήν τό τραυματίσει κατά λάθος.

Τό ἑπόμενο πρωί, τοῦ φάνηκε ἀκόμη πιό ὄμορφο. Καί τό ἑπόμενο καί τό παραεπόμενο. Ὥσπου ἔφτασε παραμονή Χριστουγέννων…

Ἐκεῖνο τό βράδυ, κάθισε στήν αὐλή του σκεπασμένος μέ μία κουβέρτα καί ἕνα φλυτζάνι τσάι στό χέρι, γιά νά ζεσταθεῖ. Κοιτοῦσε μία τά ἄστρα καί μία τόν χειμωνανθό.

Τί ὄμορφη, γλυκιά νύχτα!…συλλογίστηκε. Εἶναι παραμονή Χρι­στουγέννων… Σάν σήμερα ἦρθες στήν Γῆ μας Ἐσύ Μεγάλε Θεέ.

Ὅμως, ἦρθες τόσο ταπεινά… ἕνα μικρό βρέφος “φαινομενικά” τόσο ἀδύναμο, σ’ ἕναν τόσο ἄγριο κόσμο. Ἦρθες καί ζέστανες τίς παγωμένες καρδιές μας…

Κοίταξε ξανά τόν μικρό, τρυφερό χειμωνανθό… ἕνα γλυκό χαμόγελο ξεπρόβαλε ἀπ’ τά χείλη του… σηκώθηκε καί πῆγε σιγά σιγά γιά ὕπνο. Σέ λίγες ὧρες θά ξυπνοῦσε καί πάλι, αὐτή τή φορά γιά νά κατέβει στό χωριό.

Σέ λίγο θά ἀκουγόταν οἱ Χριστουγεννιάτικες καμπάνες, νά σημαίνουν γιορτινά καί ἤθελε τόσο νά πάει σέ αὐτή τήν Θεία Λειτουργία.

Πόσο τοῦ ἄρεσαν οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων, πού ἁπαλά καί χαρμόσυνα ἔψελναν οἱ ψάλτες… «Τὰ σύμπαντα σήμερον, χαρᾶς πληροῦνται·Χριστὸς ἐτέχθη ἐκ τῆς Παρθένου».

Κι ἦρθε ἡ ὥρα νά σηκωθεῖ καί πάλι.

Νύχτα ἀκόμη ἔξω, σκοτάδι… Ἑτοιμάστηκε, ντύθηκε μέ τά καλά του ροῦχα κι ἔβαλε βαρύ παλτό. Τό κρύο ἦταν τσουχτερό.

Βγῆκε στήν αὐλή, προχώρησε στόν δρόμο, ἀλλά γύρισε πάλι πίσω βιαστικός, κάτι ξέχασε… μπῆκε στήν αὐλή, ἔσκυψε, γονάτισε, καί πολύ προσεκτικά, κράτς, ἔκοψε τόν Χειμωνανθό.

Μέ ἕνα πλατύ χαμόγελο καί φτερά στά πόδια, δέν κατάλαβε γιά πότε ἔφτασε στήν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ. Οἱ καμπάνες μόλις εἶχαν ἀρχίσει νά χτυποῦν καί νόμιζε πώς εἶχαν τόν ἴδιο ρυθμό μέ τήν καρδιά του.

Μπῆκε ἀργά, σκυφτά καί πλησίασε τήν εἰκόνα στό κέντρο τοῦ ναοῦ. Ἡ εἰκόνα τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ! Τήν προσκύνησε μέ ἀγάπη καί ἐναπόθεσε τό μικρό ἀγριολούλουδο στό πλάι…

— Χρόνια πολλά, Χριστέ μου, ψέλλισε. Αὐτό τό λουλούδι μοῦ θυμίζει τήν ἀγάπη Σου, πού ξεπρόβαλλε μές τή παγωνιά!

Ἔτσι ὁ νεαρός βοσκός, ἄν καί δέν ἤξερε γράμματα πολλά διδάχτηκε ἀπό τήν φύση πράγματα σοφά Κι ἔδωσε μέ τήν ψυχή του στόν νεογέννητο Χριστό τά μῦρα τῆς καρδιᾶς του μέσα ἀπό ἕναν μικρό χειμωνανθό!

Ε.Λ.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»

ΚΙΒΩΤΟΣ
Περιοδική ἔκδοση τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεσσηνίας
Τεῦχος 66 – Δεκέμβριος 2019

Εἰκόνα: «Τό σημάδι τῆς ἄνοιξης» ἔργο τῆς Veronica Minozzi ἀπὸ: fineartamerica

τὸ «σπιτὰκι τῆς Μέλιας»