Νοικοκυρές της Νέας Χηλής Αλεξανδρούπολης στο φούρνο με τα τσουρέκια τους

της Ουρανίας Πανταζίδου

Η χαρά των παιδιών ήταν τα τσουρέκια της Πρωτοχρονιάς γιατί εκείνα μπορούσαμε να τα φάμε ζεστά, την ώρα που έβγαιναν από το φούρνο…

Και σαν έφταναν μεσάνυχτα, τότε που θα μας άφηνε ο παλιός ο χρόνος και θα υποδεχόμασταν τον νέο, η μάνα έφερνε την αγιοβασιλόπιτα στο τραπέζι. Τη σταύρωνε τρεις φορές ο πατέρας και άρχιζε το μοίρασμα.

Κατηφορίζοντας την οδό Κομνηνών, λίγο πιο πάνω από το φούρνο της Ευγενίας Κεβρεκίδη αντάμωσα δυο από τις παλιές νοικοκυρές της Νέας Χηλής. Κρατούσαν στα χέρια τους ταψιά με τσουρέκια τα οποία πήγαιναν στο φούρνο για να τα ψήσουν. Έριξα μια ματιά στις χρυσοκίτρινες πλεξούδες και στη βασιλόπιτα.

Ήδη η γειτονιά μας μοσχομύριζε από το πρωί. Απ΄ ότι βλέπω οι περισσότερες νοικοκυρές συνεχίζουν να ζυμώνουν τα τσουρέκια της οικογένειας, όπως παλιά. Κάποιες από αυτές θα προτιμήσουν να τα ψήσουν στο φούρνο της κουζίνας τους. Κάποιες άλλες θα προτιμήσουν το φούρνο της γειτονιάς. Κάποιες ελάχιστες θα αγοράσουν έτοιμη τη βασιλόπιτα.

Η αλήθεια είναι ότι η εικόνα αυτή μου έφερε στην επιφάνεια μια έρευνα που έκανα εδώ και καιρό σχετικά με τους φούρνους του χωριού μας. Είχα πληροφορηθεί ότι οι παλιές νοικοκυρές έφτιαχναν με προζύμι τα ψωμιά τους με ένα λουλούδι το οποίο αποκαλούσαν «χμέλι» ή «χνέλι«. Δε μου ήταν πολύ ξεκάθαρη η λέξη. Το λουλούδι μου είπαν το μάζευαν από ρεματιές πηγαίνοντας προς τη Μάκρη.

Όσο και αν είχα ψάξει δεν μπόρεσα να μάθω ποιο ήταν εκείνο το λουλούδι και κανείς δεν μπορούσε να με διαφωτίσει σχετικά. Άρχισα να ψάχνω ανάμεσα στα φυτά προσπαθώντας να βρω με ποια από αυτά μπορούσε κανείς να φτιάξει προζύμι.

Έτσι, εκτός από το προζύμι με βασιλικό του Σταυρού (Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού) βρήκα ότι έφτιαχναν προζύμι και με humulus lupulus, δηλαδή με λυκίσκο ή αλλιώς μπυροβότανο ή ζυθοβότανο.


Φυτό Λυκίσκος

Η λέξη χούμουλους (humulus) σαφώς και με παρέπεμψε στη λέξη «χμέλι» που είχα ακούσει. Έχοντας πια τώρα στην κατοχή μου και τη φωτογραφία του φυτού άρχισα να ψάχνω ανάμεσα σε παλιούς κατοίκους του χωριού μας για να μου επιβεβαιώσουν εάν επρόκειτο για το ίδιο λουλούδι.

Με μεγάλη ικανοποίηση άκουσα την κ. Θεοδώρα Κωνσταντινίδου να μου λέει ότι η Πόντια γιαγιά της (το παρατσούκλι της γιαγιάς Τσαχούρα) είχε το λουλούδι αυτό στην αυλή της και το γνώριζε από την Πατρίδα (όπως αποκαλούσαν τις αλησμόνητες πατρίδες).

Επίσης όπως η ίδια μου είπε το λουλούδι αυτό υπήρχε σε πολλούς φράκτες των σπιτιών της Νέας Χηλής. Φυτό γνώριμο στις ρεματιές της Μακεδονίας και της Θράκης.

Άνθος λυκίσκου

Από το αποξηραμένο άνθος του φυτού αυτού έφτιαχναν τη μαγιά τότε. Τότε; Μα και σήμερα συνάντησα μια νοικοκυρά που έφτιαξε προζύμι για το ψωμί της και ζύμωσε και τα τσουρέκια της με το ίδιο λουλούδι.

– Ξεχείλισε το προζύμι και από μυρωδιά άλλο πράγμα, μου είπε με καμάρι η κ. Αποστολία. Το λουλούδι αυτό όπως μου είπε το είχε και η πεθερά της, στην αυλή τους. Εδώ και κάποια χρόνια το έχει και η ίδια στη δική της.

– Μόνο που φέτος ο νοτιάς μου το ξέρανε, θα μου πει με παράπονο. Στα ντουλάπια της όμως έχει αποξηραμένο από το πολύτιμο αυτό άνθος. Καθώς μου το έδειχνε μου είπε

– Αυτό είναι που δίνει το άρωμα στη ζύμη.


Λυκίσκος έτοιμος για προζύμι από την κ. Αποστολία

Ο λυκίσκος, το «χμέλι» των γιαγιάδων μας ως γνωστόν είναι απαραίτητο συστατικό της μπύρας, το οποίο του δίνει την ιδιαίτερη γεύση και άρωμα. Αποκαλείται και πράσινος χρυσός της Ελλάδας και ως φυτό είναι γνωστό από την αρχαιότητα.

Ζύμωναν ποσότητες εκείνα τα χρόνια οι νοικοκυρές είτε ήταν ψωμιά είτε τσουρέκια. Το ζύμωμα και το φούρνισμα ήταν ολόκληρη ιεροτελεστία. Δεν δίσταζε η νοικοκυρά, εάν δεν πετύχαινε (φουσκώσει) το ζυμάρι που είχε φτιάξει για τα τσουρέκια της να το πετάξει και να ζυμώσει άλλο.

Εκείνα τα χρόνια φούρνοι στο χωριό μας υπήρχαν σε λίγα σπίτια, όπως στην αυλή της μαμής Δέσποινας Ελευθεριάδου, στου Σαριανίδη, στου Γιάννη Κυριακίδη (Βάνια) κοντά στα τρία πλατάνια, στου Φουντουκίδη, στου Αλέξη Παπαδόπουλου.

Η κάθε νοικοκυρά έπρεπε να κουβαλήσει τα τσαλιά (κλαδιά ελιάς ή πουρνάρια) στο φούρνο της γειτονιάς. Αργότερα τα περισσότερα σπίτια είχαν αποκτήσει το δικό τους φούρνο. Και μοσχομύριζαν οι γειτονιές.

Η χαρά των παιδιών ήταν τα τσουρέκια της Πρωτοχρονιάς γιατί εκείνα μπορούσαμε να τα φάμε ζεστά, την ώρα που έβγαιναν από το φούρνο, εν αντιθέσει με τα πασχαλινά που έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το βράδυ της Ανάστασης.

Και σαν έφταναν μεσάνυχτα, τότε που θα μας άφηνε ο παλιός ο χρόνος και θα υποδεχόμασταν τον νέο, η μάνα έφερνε την αγιοβασιλόπιτα στο τραπέζι. Τη σταύρωνε τρεις φορές ο πατέρας και άρχιζε το μοίρασμα.

Ένα κομμάτι για την Παναγία, ένα για το σπίτι, ένα για τον ξένο και έπειτα, με τη σειρά για όλα τα μέλη της οικογένειας. Το κομμάτι της Παναγίας πάντα πήγαινε στο εικονοστάσι. Πανηγύρι στήναμε τα παιδιά για να δούμε σε ποιον θα πέσει το φλουρί…

Το παρόν θέλω να το αφιερώσω στην κ. Λίσο Παμπουκίδου – Σκορδαλά, γιατί μέσα από αυτήν μάθαμε για το «καλαντόνερο«, ένα έθιμο της Πρωτοχρονιάς που έφεραν από τον Πόντο οι πρόσφυγες κάτοικοι του χωριού μας.

Σύμφωνα με αυτό οι νέες πήγαιναν μεσάνυχτα στην πηγή (στο γήπεδο της Νέας Χηλής) και έπαιρναν νερό για να λούσουν τα μαλλιά τους. Για να έχουν όμορφα και γερά μαλλιά. Και πώς να μην ήθελε η νέα να έχει ωραία μαλλιά. Ο νέος που ήταν ερωτευμένος μαζί της θα της τραγουδούσε:

Ξεροχτέντσον τα μαλλόπα σ΄ και δος ατα πιτσίμ-ι
Τύλτσον ατά ση γούλα μου, σύρον κ΄ επάρ την ψυμ-ι

Δηλαδή, χτένισε τα μαλλιά σου, δώσε τους χάρη, τύλιξέ τα στο λαιμό μου και πάρε μου την ψυχή. (το τραγουδάκι από την «Ποντιακή Λαογραφία» της Λαογράφου Ελσας Γαλανίδου – Μπαλφούσια)

Παραμονή Πρωτοχρονιάς αύριο. Ο Θεόν όλεν τον κόσμον κι εμάς πα να μη ανασπαλλ΄…
Και ας είναι γουρεμένον (στρωμένο) το τραπέζι μας με απίδια της Γεμουράς και της Αργυρούπολης, πορτοκάλια του Ριζαίου, μανταρίνια του Βατούμ, λεφτοκάρια και καρύδια της Σάντας, τζίρια και καΐσια της Κιμισχανάς, χουρμάδες του Μισιριού…

Στη μνήμη εκείνων, μέρα που είναι.

Ουρανία Πανταζίδου
Υποπλοίαρχος Π.Ν. (ε.α)

Πηγή: Alexandroupoli Online

το «σπιτάκι της Μέλιας»