Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων

«Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δέ εἶπεν· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω».

Μία συνάντηση περιγράφει ἡ σημερινή εὐαγγελική πε­ρικοπή, μιά τυχαία ἀλλά σωτη­ριώ­δη συνάντηση.

Ὁ Χριστός πλησίαζε στήν Ἱεριχώ καί στόν δρόμο πρός τήν πόλη κα­θόταν κάποιος ταλαίπωρος ἄνθρω­πος καί ζητοῦσε τήν ἐλεημοσύνη τῶν περαστικῶν. Ἦταν τυφλός καί γι᾽ αὐτό εἶχε τήν ἀνάγκη τῶν συν­αν­θρώπων του.

Ἦταν τυφλός καί δέν μποροῦσε νά διακρίνει ποιός περ­νοῦσε μπροστά του. Ἄκουσε ὅμως τόν θόρυβο τοῦ πλήθους πού συνόδευε τόν Ἰησοῦ καί θέλησε νά μάθει τί συμβαίνει. Καί ὅταν τοῦ εἶπαν πώς ὁ Χριστός εἶναι ἐκεῖνος πού περνᾶ, τότε ἄρχισε νά φωνάζει ζητῶντας νά τόν ἐλεήσει, παρότι πολλοί τόν ἐπέπλητταν καί τοῦ ζητοῦσαν νά σταματήσει.

Ἄν πρίν ἀπό λίγο οἱ φωνές τοῦ πλ­ήθους ἔκαναν τόν τυφλό νά ἀντι­ληφθεῖ τήν παρουσία τοῦ Χρι­στοῦ, τώρα οἱ φωνές τοῦ τυφλοῦ κάνουν τόν Χριστό νά τόν προσέξει. Ζητᾶ νά τόν φέρουν κοντά του καί τόν ρωτᾶ τί θέλει νά κάνει γι᾽ αὐ­τόν. «Τί σοι θέλεις ποιήσω;»

Ἀφε­λής ἐρώτηση θά σκέφθηκαν ἴσως πολλοί. Τί μπορεῖ νά θέλει ἕνας τυφλός; Ὅμως ἡ ἐρώτηση τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι τυχαία, δέν εἶναι ἀφελής. Ἄν ὁ τυφλός τοῦ ζητοῦσε μόνο μία ἐλεημοσύνη, πιθανόν ὁ Χρι­στός δέν θά τόν θεράπευε, γιατί δέν θά εἶχε ἐκπληρώσει τήν προ­ϋ­πό­θεση γιά νά γίνει τό θαῦμα. Καί αὐτή τήν προϋπόθεση διερευνᾶ ὁ Χρι­στός μέ τήν ἐρώτησή του: «Τί σοι θέλεις ποιήσω;»

Ἀσφαλῶς ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀνά­γκη τήν ἀπάντηση τοῦ τυφλοῦ γιά νά μάθει ποιές εἶναι οἱ ἐσώτερες σκέ­ψεις του. Αὐτός πού «ἐτάζει καρ­δίας καί νεφρούς» γνωρίζει τί πι­στεύει ὁ τυφλός πού βρίσκεται ἐνώπιόν του. Χρειάζεται ὅμως ὁ τυφλός νά τίς ἐξωτερικεύσει, καί γιά νά ἔχει καί ὁ ἴδιος τήν ἐπιβεβαίωση τῆς ὁμο­λογίας, ἀλλά καί γιά νά τόν ἀκού­­σει τό πλῆθος πού ἀκολου­θοῦσε τόν Χριστό.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ τυφλοῦ δέν ἀπο­δεικνύει μόνο τήν προσδοκία του νά δεῖ, ἀλλά καί τήν πίστη πού ἔχει γιά τόν Χριστό. Γιατί δέν ζητᾶ κα­νείς ἀπό κάποιον κάτι πού δέν μπο­ρεῖ νά τοῦ προσφέρει.

Ὅταν ὁ τυφλός ζητᾶ ἀπό τόν Χρι­στό τό φῶς του, ὁμολογεῖ ταυτό­χρο­να ὅτι πιστεύει σ᾽ Αὐτόν, ὅτι πιστεύ­ει πώς ὁ Ἰησοῦς ἔχει τή δύναμη νά κάνει τό θαῦμα καί νά τοῦ χαρίσει τήν ὅραση πού τόσα χρόνια εἶχε στερηθεῖ.

Καί ἡ  πίστη εἶναι ἡ προϋπόθεση πού ζητᾶ ὁ Χριστός γιά νά κάνει τό θαῦμα. Μιά λέξη ἀρκεῖ, γιατί προ­η­γεῖται ἡ πίστη, καί ἡ πίστη τοῦ τυ­φλοῦ ἐπιβεβαιώνεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό. «Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε».

Ὁ Χριστός τό δηλώνει κατηγορη­μα­τικά: ἡ πίστη του ἦταν αὐτή πού ἔκανε τό θαῦμα. Ἡ πίστη ἦταν αὐτή πού τοῦ χάρισε τήν ὅραση. Ἡ πίστη ἦταν αὐτή πού τόν ἔκανε νά δια­κρί­νει, ἄν καί τυφλός, αὐτό πού δέν μπο­ροῦσαν νά διακρίνουν πολλοί ἀπό τούς Ἰουδαίους.

Ἡ πίστη ἦταν αὐτή πού ἔκανε τόν τυφλό νά ἀνα­γνωρίσει στό πρόσωπο τοῦ Χρι­στοῦ πού δέν ἔβλεπε τόν Υἱό τοῦ Θε­οῦ, γιατί ἡ πίστη εἶναι, ὅπως γρά­φει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, «πραγ­μάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομέ­νων». Καί τό θαῦμα εἶναι, ἀδελφοί μου, πρᾶγ­μα «οὐ βλεπόμενον». Εἶναι κάτι πού δέν μποροῦμε νά τό δοῦμε, πού δέν μποροῦμε νά τό ἐξηγή­σου­με, πού δέν μποροῦμε νά τό κατα­νοή­σουμε. Καί γι᾽ αὐτό χρειάζεται ἡ πίστη.

Ἀδελφοί μου, ὁ τυφλός τῆς ση­με­ρινῆς εὐαγελικῆς περικοπῆς μᾶς δίνει τό μάθημα τῆς πίστεως. Πι­στεύει καί σώζεται. Πιστεύει περισ­σό­τερο ἀπό ὅσο πίστευαν ὅλοι ἐκεῖ­νοι πού ἀκολουθοῦσαν τόν Ἰησοῦ στόν δρόμο πρός τήν Ἱεριχώ καί πού ἴσως τόν εἶχαν συναντήσει καί ἀκούσει πολλές φορές. Καί ἐνῶ ἐκεῖνοι προσπαθοῦν νά ἀποθαρρύ­νουν τόν τυφλό νά μήν πλησιάσει τόν Χριστό, ἐκεῖνος ἐπιμένει. Ἐκεῖ­νοι τόν γνώριζαν, ἀλλά προφανῶς δέν πίστευαν ὅτι μποροῦσε νά κάνει ἕνα τέτοιο θαῦμα. Ἐκεῖνος δέν τόν γνώριζε καί ὅμως πίστευε.

Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μάθημα τοῦ ἀναβλέψαντος τυφλοῦ, ἀδελφοί μου. Πολλές φορές καί ἐμεῖς πού βρισκόμαστε κοντά στόν Χριστό, κοντά στήν Ἐκκλησία, νομίζουμε ὅτι πιστεύουμε, ἀλλά στήν πραγμα­τι­κότητα δέν  διαθέτουμε τήν ἀλη­θι­νή καί βαθειά πίστη πού ζητᾶ ὁ Χριστός. Καί ἄν δέν τήν διαθέτου­με, τότε δέν εἶναι δυνατόν νά σω­θοῦ­με, ἔστω καί ἐάν ζοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἄν ἐκκλησια­ζό­μαστε τακτικά, διότι ἡ σωτηρία μας εἶναι ἕνα θαῦμα πού ἐπιτελεῖ ὁ Χριστός γιά τόν καθένα μας.

Εἶναι ἕνα θαῦμα σάν αὐτό πού ἐπιτέλεσε ὁ Χριστός στόν τυφλό τῆς Ἱεριχοῦς. Ὁ Χριστός ἀνοίγει καί σέ μᾶς τά μά­τια ὄχι τοῦ σώματος ἀλλά τῆς ψυ­χῆς, γιά νά μποροῦμε νά δοῦμε τήν ἀλήθειά του, γιά νά μποροῦμε νά ἀπολαύσουμε τή δόξα του. Ἀνοίγει τά μάτια μας πού συσκοτίζονται ἀπό τήν ἁμαρτία καί μᾶς κάνει νά βλέπουμε τό φῶς του. Καί γι᾽ αὐτό τό θαῦμα ἀπαραίτητη προϋπόθεση εἶναι ἡ πίστη.

Ἄς μιμηθοῦμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, τό παράδειγμα τοῦ τυφλοῦ τῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς καί ἄς προσπαθήσουμε νά αὐξήσουμε τήν πίστη μας, ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά ἀκούσουμε καί ἐμεῖς τή φωνή τοῦ Χριστοῦ: «ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέν σε».

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»