Σαν συνέχεια των αγιογραφιών στέκει και μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων και ζωντανών. Το λιγοστό φως του αρκεί. Όσο διαρκεί ο όρθρος αυτός στέκει εκεί και μνημονεύει.

Ψελλίζει τα ονόματα που διαβάζει στα μικρά χαρτάκια των προσκυνητών. Κλείνει τα μάτια του και μνημονεύει και από στήθους όσους θυμάται. Όλοι ενώνονται. Σε λίγο όλοι θα γίνουν ένα με τον Χριστό.

Μερικοί πατέρες ψέλνουν ήρεμα και απλά, χωρίς κορώνες. Όλα στην ακολουθία κυλούν ομαλά. Μερικοί άλλοι πατέρες κάθονται στο στασίδι τους με το κομποσχοίνι στο χέρι τους. Προσκυνητές δεν υπάρχουν. Το καθολικό είναι σχεδόν άδειο.

Η Θεία Λειτουργία τελείται ευλαβικά, χωρίς βιασύνη, χωρίς όμως και περιττές καθυστερήσεις. Όλα γίνονται με τάξη. Δεν γίνονται για το θεαθήναι. Δεν γίνονται για τα μάτια του κόσμου. Ο ιερέας δεν φορά την καλή του στολή για να τον δούνε οι άνθρωποι και να τον θαυμάσουν, την φορά για να τιμήσει το λειτούργημά του.

Οι ψάλτες δεν ψέλνουν περίτεχνα –λες και ο ναός είναι συναυλιακό χώρος- για να τους επικροτήσουν οι ακροατές-πιστοί αλλά ψέλνουν συναισθανόμενοι τα τεκταινόμενα.

Οι πατέρες δεν έχουν τα κομποσχοίνια στα χέρια τους για να τους δούνε οι λαϊκοί και να συγκινηθούν για την προσευχητική τους διάθεση αλλά για να κρατιούνται σε εγρήγορση προσευχητική. Όλα γίνονται από καρδιάς και όχι για το «δήθεν».

Η ακολουθία θα συνεχιστεί έτσι και θα τελειώσει όπως άρχισε. Απαλά. Ως ένα χάδι του ουρανού προς την γη.

Κάποιος προσκυνητής που ήταν έξω στην αυλή ούτε που κατάλαβε ότι στο Καθολικό τελούνταν Θεία Λειτουργία. Ανυποψίαστος περιδιάβαινε το δρομάκια του μοναστηριού. Τόσο ήσυχα ήταν. Μόνο όταν η πόρτα του καθολικού άνοιξε και άρχισαν οι πατέρες να βγαίνουν από το ναό κατάλαβε ότι τόση ώρα γινόταν ακολουθία στο ναό.

Οι πατέρες βγήκαν και ο καθένας πήγε στο κελί του. Σε μερικά λεπτά θα ξαναβγούν για να πάει ο καθένας στο διακόνημά του. Τα πρόσωπά τους είναι ήρεμα, λες και ακόμα βρίσκονται μέσα στο ναό, λες και ακόμα λειτουργούνται.

Έτσι θα περάσει η ημέρα μέχρι να έρθει η επόμενη και η μεθεπόμενη…

Και ο κόσμος ανυποψίαστος να συνεχίζει την ζωή του μέσα στην βαβούρα, μέσα στις φωνές, μέσα στις περιττές μέριμνες, μέσα στα πάθη και τα λάθη, μέσα στην οδύνη των αμαρτιών του, ανυποψίαστος ότι κάποιοι προσεύχονται γι’αυτόν, ότι κάποιοι λειτουργούν γι’αυτόν.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο έργο που προσφέρει στην ανθρωπότητα ο μοναχισμός, οι μοναχοί.

Το ότι κάποιοι αγρυπνούν γι’αυτούς που κοιμούνται, κάποιοι κλαίνε γι’αυτούς που δεν μετανοιώνουν, κάποιοι προσεύχονται για τους αδιάφορους, κάποιοι νηστεύουν για τους λαίμαργους, κάποιοι παρθευνεύουν για τους σαρκικούς, κάποιοι υπακούουν για τους ανυπάκουους, κάποιοι ταπεινώνονται για τους εγωιστές, κάποιοι ξεβολεύονται για τους βολεμένους, κάποιοι γονατίζουν ευλαβικά-καθημερινά για όλους εκείνους που στέκουν ως αλαζόνες εναντίον του Θείου Θελήματος…

Και οι ημέρες περνούν, και τα χρόνια περνούν, και οι αιώνες περνούν και ο μοναχισμός στέκει ως φάρος ζωής για όλους, ως εύοσμο θυμίαμα θυσίας και αυταπάρνησης, ως ύψιστος κανόνας αυτογνωσίας και αυτομεμψίας, ως απήχημα μετανοίας και ταπείνωσης και αγιασμού. Κι ας πολεμιέται συνεχώς, ας εμπαίζεται ακατάπαυστα, ας συκοφαντείται διαχρονικά…

Και ο ιερέας θα μνημονεύει, θα λειτουργεί ταπεινά και απλά. Οι μοναχοί θα προσεύχονται μέσα στην σιωπή και την ησυχία, θα ερμηνεύουν τα βυζαντινά μελωδήματα που εξυπηρετούν την Θεία Λατρεία και όχι την φιλαυτία τους.

Προσεγμένα και με υπακοή θα τελούν τα μυστήρια, θα ζούνε μυστηριακά, θα πεθαίνουν μυστηριακά. Θα έρχονται και θα φεύγουν γράφοντας το όνομά τους στο χιόνι που τώρα είναι και αύριο δεν είναι.

Ως ανύπαρκτοι, ως περαστικοί που το μόνο που θέλησαν ήταν να αγαπήσουν, να θυσιαστούν, να εξαφανιστούν για τους άλλους.

Θα έρχονται και θα φεύγουν ως ένα χάδι ερωτικό προς τον κόσμο τούτο. Ως ερωτευμένοι που τα δώσανε όλα για όλα. Ως ερωτευμένοι που πόθησαν και διεκδίκησαν τα πάντα, παραιτούμενοι από τα πάντα.

Μα οι περισσότεροι άνθρωποι ανυποψίαστοι θα ζούνε. Ανυποψίαστοι ότι κάπου υπάρχουν κάποιοι που τους αγαπούν γνήσια και θεάρεστα. Ανυποψίαστοι ότι κάπου υπάρχει ένας τόπος όπου οι άνθρωποι θάψανε τα δικαιώματά τους και τις διεκδικήσεις τους και ανθίζουν πάνω στον σταυρό τους ως άνθη που μπολιάστηκαν πάνω στο ζωοποιό ξύλο της ταπείνωσης.

Και οι ημέρες θα περνούν. Τα ονόματά τους θα ξεχαστούν από τον κόσμο. Μα οι θυσίες τους θα ναι αιώνιες…η αγάπη τους δεν θα ξεχαστεί από τον Αιώνιο.

φωτογραφίες: από την Ιερά Μονή Παναγίας Δοβρά στην Βέροια

Πηγή: Με παρρησία…

το «σπιτάκι της Μέλιας»