τῆς Εὔας Μοδινοῦ

Ὁ «Ἄγγελος πόνου» τοῦ Γιαννούλη Χαλεπᾶ εἶναι ἕνας μικρός γύψινος Ἄγγελος, ὕψους 25ἑκ., πού προσεύχεται γονατιστός.

Ἔχει τά χέρια του σταυρωμένα σφικτά στό στῆθος, τίς φτεροῦγες του μαζεμένες, κλειστές, τό κεφάλι του γερτό στό πλάι, τά μάτια του λυπημένα, ὑψωμένα στόν οὐρανό, τά χείλη του μισάνοιχτα, σάν νά ψελλίζει μία θερμή ἱκεσία. Μοιάζει νά προσεύχεται γιά κάποιον ζωντανό νεκρό.

Βλέποντας τήν ἔκφραση τῆς βαθιᾶς ὀδύνης πού ἀποπνέει ἡ στάση αὐτή, σκέφτεται κανείς τά χιλιάδες πρόσωπα τοῦ πόνου ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦνε σ’ ἕναν ἐφιάλτη, χωρίς νά μποροῦν νά ξυπνήσουν.

Ὅπως αὐτόν τόν ἐφιάλτη πού ἔζησε γιά σαράντα ὁλόκληρα χρόνια ὁ Γιαννούλης Χαλεπᾶς, ὅταν ἔχασε τό μυαλό του κι ἀπό ταλαντοῦχος καί πολλά ὑποσχόμενος νέος καλλιτέχνης, βρέθηκε γέρος, πάμφτωχος, λησμονημένος στό νησί του, στήν Τῆνο, νά ζεῖ μέσα στήν περιφρόνηση καί στούς χλευασμούς τῶν συγχωριανῶν του.

Εὐτυχῶς ὅμως, ὁ Θεός, ἀντίθετα ἀπό τούς ἀνθρώπους, δέν ἀποσύρει ποτέ τήν ἐμπιστοσύνη Του στόν ἄνθρωπο, οὔτε παίρνει πίσω τά χαρίσματα πού ἔχει δωρίσει. Δέν στερεῖ τίς εὐκαιρίες ὅσος χρόνος κι ἄν ἔχει περάσει. Ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη κι ἡ Ἀγάπη δέν σταματᾶ ποτέ νά ἐλπίζει.

Περιμένει τόν ἄνθρωπο νά ἐπιστρέψει ἀπό τήν ὅποια αἰχμαλωσία του, ἀκούσια ἤ ἑκούσια, χαρίζοντάς του ἕναν σύντροφο σ’ αὐτήν τή δραματική περιπέτειά του, ἕναν «Ἄγγελο πόνου». Κι ὅταν κάποτε ὁ ἄνθρωπος συνέλθει, ἀφοῦ ἔχει γνωρίσει πιά τά ὅρια του, ὁ Θεός τοῦ προσφέρει μία δεύτερη εὐκαιρία, μία νέα ζωή.

Μία τέτοια ζωή ἀξιώθηκε κι ὁ Γιαννούλης Χαλεπᾶς, στά τελευταῖα του χρόνια. Τότε δημιούργησε ἔργα ἀπαράμιλλης τέχνης, συνδέοντας μέ ἐκπληκτική διαύγεια, τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν ἀρχαιότητα, τήν παράδοση μέ τήν μοντέρνα τέχνη. Συγχρόνως ἄφησε ἕνα παράδειγμα ἤθους, εἰλικρίνειας, ταπείνωσης. Ὅπως ὅταν ἔδωσε τό πρῶτο του μάθημα γλυπτικῆς σ’ ἕνα παιδί.

Ἔφτιαξε μία ἄγκυρα ἀπό πηλό καί τοῦ εἶπε: «Νά μία ἄγκυρα. Θ’ ἀρχίσεις πρῶτα-πρῶτα μ’ αὐτήν, καί τοῦτο διότι τίς ἄγκυρες τίς ξεύρεις καλά, κάθε μέρα τίς βλέπεις εἰς τά καΐκια μας καί διότι ἡ ἄγκυρα πρέπει νά εἶναι τό σύμβολο τῆς ζωῆς σου, ἐγώ δέν εἶχα καλήν ἄγκυρα καί ἔπεσα ἔξω».

Αὐτές οἱ ἄγκυρες ἴσως νά λείπουν καί στήν ἐποχή μας. Γι’ αὐτό τά ἀδιέξοδα ἔχουν πολλαπλασιαστεῖ δραματικά. Γι’ αὐτό αὐξήθηκαν κι οἱ ζωντανοί νεκροί. Ἴσως ὅμως ν’ αὐξάνονται παράλληλα κι οἱ
«Ἄγγελοι πόνου», πού δέονται ψιθυριστά κι ἀκούραστα στόν Θεό, γιά τήν σωτηρία τους.

Ἄς ἑνώσουμε τίς προσευχές μας μέ τίς δικές τους. Ἄς ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας στήν ἀγάπη.

Γιατί ἡ ἀγάπη σάν ἕνας Ἄγγελος μέ μεγάλα φτερά εἶναι πολύ μακριά πολύ κοντά, ἴσως μέσα μας. Ὅπως κι ὁ θάνατος – αὐτή ἡ γύμνια τῆς ψυχῆς πρίν τήν Ἀνάσταση.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ
­Μηνιαῖο περιοδικό Ἑλληνορθόδοξης Μαρτυρίας
ἔτος ­51ο­ – Μάϊος 2017–­ τεῦχος­ 519

Εἰκόνα ἀπὸ: Pinterest

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»