Με ιδιαίτερη κατάνυξη και συγκίνηση τιμούμε τη μνήμη ενός Αγίου, που έζησε στον τόπο μας και συγκεκριμένα στο χωριό Άγιο Ιωάννη της Φαιστού.

Πρόκειται για τον Νεομάρτυρα Ιωάννη, τον ονομαζόμενο Αρναουτογιάννη, λόγω της Αλβανικής του καταγωγής. (Οι Αλβανοί στα Τούρκικα, ονομάζονται Αρναούτ).

Στην πολυκύμαντη πορεία της ιστορίας του τόπου μας, το νησί μας βρέθηκε υπό Αιγυπτιακή Κατοχή (1830 – 1840). Σαν τέλειωσε η κατοχή, ένας νέος στρατιώτης, έμεινε στην Κρήτη και βρήκε κατοικία στο χωριό μας, τον Άγιο Ιωάννη της Φαιστού.

Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για τη ζωή του στο χωριό. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι λίγο καιρό μετά την εγκατάστασή του ασπάστηκε το χριστιανισμό και βαπτίστηκε, παίρνοντας το όνομα Ιωάννης.

Ζούσε βίο ευσεβή και ευλαβικό, ασκώντας το επάγγελμα του δραγάτη (του αγροφύλακα), προκειμένου να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Εκείνες τις ημέρες, κάποιοι επαναστάτες είχαν σκοτώσει δυο Τουρκόγυφτους.

Οι Τούρκοι των γύρω χωριών, που μισούσαν θανάσιμα τον Ιωάννη, γιατί απαρνήθηκε τη θρησκεία τους και το Μωάμεθ και ήλθε κοντά στο Χριστό μας, βρήκαν την ευκαιρία που περίμεναν για να τον εκδικηθούν.

Τον κατήγγειλαν στην κοσμική εξουσία της περιοχής, ότι αυτός ήταν ο φονιάς των δυο Τουρκόγυφτων Αιγυπτίων, κατηγορώντας τον μάλιστα ότι μετά την αλλαγή του θρησκεύματός του, είχε διάθεση εξόντωσης των Μουσουλμάνων. Μάλιστα για να μπορεί να τους εξοντώνει ευκολότερα, έλεγαν οι συκοφάντες του, έγινε δραγάτης.

Ο Άγιος μας συνελήφθη και στάλθηκε σιδηροδέσμιος στο Ηράκλειο, σε δίκη στο Οθωμανικό δικαστήριο. Εκεί όμως περίτρανα αποδείχθηκε η αθωότητά του.

Όμως ο Τούρκος δικαστής ο Ρεχίτ – Εφέντης, που μισούσε θανάσιμα όσους ομόθρησκούς του άλλαζαν θρήσκευμα, του ζήτησε, να αλλάξει θρησκεία και πάλι, για να φανεί περίτρανα η αθωότητά του (ότι δηλαδή δεν σκότωσε λόγω θρησκευτικής αντιπαλότητας). Διαφορετικά, θα τον καταδίκαζε σε θάνατο, φορτώνοντάς του τους θανάτους των Τουρκόγυφτων.

Τότε ο Ιωάννης, με μεγάλο καταστάλαγμα θάρρους και πίστης, είπε στο δικαστή: «Καθώς σας απέδειξα, είμαι εντελώς αθώος για το φόνο των Αιγυπτίων. Το εγνώρισε καλώς τούτο και η αφεντιά σας.

Το δε να γίνω πλέον Μουσουλμάνος, Χριστέ ο θεός μου μη με εγκαταλείψης, βοήθησον Ιησού γλυκήτατέ μου Χριστέ, εν τη παρούση ταύτη κρατήσης ώραν και ματαίωσον την πονηράν και απάνθρωπον αυτού διαταγήν, εις καταισχύνην του οδηγούντος μισανθρώπου αυτού, συνεργάτου του διαβόλου, του ζητώντος μανιωδώς την εμήν απώλειαν.

Ώστε λοιπόν, εις όργανον όπου είσαι του Σατανά, ό,τι αυτός σε συμβουλεύει πράττε, κόπτε, φλόγιζε τας εμάς σάρκας, ότι τον Χριστόν μου δεν τον αρνούμαι ποτέ, μήτε σήμερον, μήτε αύριον. Τούτο έστω σοι προς γνώσιν σου».

Αφού άκουσε αυτή την ομολογία του Ιωάννη ο δικαστής, τον παρέδωσε στον Πασά, προκειμένου να τον τιμωρήσει, όπως τον έκρινε το δικαστήριο. Για τρεις ημέρες βασάνιζαν τον Άγιο μας, με φρικτά μαρτύρια, τα οποία δεν έγιναν ποτέ γνωστά, αφού το μέρος βασανισμού του ήταν μικρό και απόκρυφο.

Μόνο το τελευταίο του μαρτύριο έγινε γνωστό, από τους γειτονεύοντες στον τόπο του μαρτυρίου του, Χριστιανούς. Συγκεκριμένα τον άκουσαν να λέει: «Χριστέ μου, για την εμή σωτηρίαν εφόρεσες ακάνθινον στέφανον. Εις το δε σήμερον, δια την σην αγάπην ευδόκησας να φορέσω πεπυρωμένον τάσι σιδηρόν, επίτης κεφαλής». (Πύρωσαν δηλαδή ένα σιδερένιο δοχείο και του το έβαλαν στο κεφάλι).

Μετά που είπε αυτά τα λόγια, άκρα σιωπή βασίλευσε στον τόπο του δικού του μαρτυρίου. Ο Άγιος μας παρέδωσε την ψυχή του στο Θεό.

Ο Πασάς, έδωσε διαταγή, να δοθεί το άγιο βασανισμένο σώμα του στους Χριστιανούς να ταφεί. Και αφού το πήραν το έθαψαν σε τόπο καλούμενο «Σπιτάλια».(Η περιοχή είναι γύρω από την παλιά Υγειονομική Υπηρεσία στο Ηράκλειο).

Ο μαρτυρικός θάνατος του Ιωάννη σκόρπισε θλίψη και αγανάκτηση στους χριστιανούς του Ηρακλείου. Το ημερολόγιο έδειχνε ημέρα Σάββατο 5 Μαΐου 1845. Και όπως αναφέρει ο Στέφανος Νικολαΐδης στα βιογραφικά του σημειώματα «…έγινε φοβερά στάσις των Χριστιανών εναντίον της Κυβερνήσεως δια Αρναουτογιάννην θανατωθέντα δια φρικωδεστάτων βασάνων».

Και για να ικανοποιηθεί ο λαός, εξορίστηκε ο πρόεδρος του δικαστηρίου Ρεχίτ – Εφέντης και αντικαταστάθηκε από τον Κουλουκτζή – Μεϊμουρή. Συνολικά για το συγκεκριμένο θέμα έγιναν τρεις στάσεις ων Ηρακλειωτών, μάλιστα σε μια από αυτές φυλακίστηκε και ο ίδιος ο Στέφανος Νικολαΐδης, αλλά «ο λαός με εξεφυλάκισε», όπως αναφέρει χαρακτηριστικά[1].

Μετά από καιρό, έγινε η ανακομιδή και τα λείψανά του βρέθηκαν ηγιασμένα. Τα πήρε ο Πρόξενος της Ρωσίας και τα έστειλε στο Κίεβο, όπου και φυλάσσονται, μαζί με άλλα αγιασμένα λείψανα.

Την εύρεση του Αγίου μας την οφείλουμε στην εμπεριστατωμένη χρόνια έρευνα του Πανοσιολ. Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως μας πατρός Χρυσοστόμου Παπαδάκη, ο οποίος μάλιστα συνέγραψε θαυμάσιο βιβλίο για το βίο του Αγίου, αλλά και για το ίδιο το χωριό τον Άγιο Ιωάννη.

Την Ακολουθία του Αγίου έγραψε ο Μ. Υμνογράφος της Αλεξανδρινής Εκκλησίας κ. Χαραλάμπης Μπούσιας, ενώ το βιβλίο είναι έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου του χωριού.

Πηγή: Σύλλογος Κρητών Βρακοφόρων Μακεδονίας

Εικόνα από: Ιερά Μητρόπολη Γορτύνης και Αρκαδίας

***

Σήμερα τιμούνται και οι άγιοι:

Όσιος Μέμνων ο Θαυματουργός
† Μνήμη τῶν ἁγίων ὁσιομαρτύρων τῆς ἱερᾶς μονῆς Παναγίας τῆς Καντάρας τῆς Κύπρου Βαρνάβα, Γενναδίου, Γερασίμου, Γερμανοῦ, Θεογνώστου, Θεοκτίστου, ῾Ιερεμίου, ᾿Ιωάννου, ᾿Ιωσήφ, Κόνωνος, Κυρίλλου, Μαξίμου καί Μάρκου (19 Μαΐου)
Ιερομάρτυς Ιωάννης της Σάντα Κρουζ (19 Μαΐου)

Άγιοι Πατρίκιος επίσκοπος Προύσας, Ακάκιος, Μένανδρος και Πολύαινος
Άγιος Ακόλουθος
Αγία Θεοτίμη η Μάρτυρας
Αγία Κυριακή η Μάρτυρας
Όσιος Κορνήλιος ο Θαυματουργός
Άγιος Δουνστάνος Αρχιεπίσκοπος Καντουαρίας
Όσιος Κορνήλιος
Όσιος Ιγνάτιος
Άγιοι Νεομάρτυρες εν Σλομπόντσκαγια Ουκρανίας
Μνήμη Εισόδου της Αγίας Νίνας της Ισαποστόλου στην Γεωργία
Άγιος Πούδης ο Μάρτυρας
Ανακομιδή των ιερών λειψάνων των Αγίων Ιουλίου Πρεσβυτέρου και Ιουλιανού Διακόνου
Άγιος Δημήτριος Ντονσκόι, ο μεγάλος Πρίγκιπας
Όσιοι Ρωμύλος, Ρωμανός, Νέστωρ, Σισώης, Γρηγόριος, Νικόδημος και Κύριλλος οι Σιναΐτες
Όσιος Σέργιος της Σουχτόμα
Άγιος Ονούφριος ο Ιερομάρτυρας
Ανάμνηση Θαύματος Αγίας Βαρβάρας στην Λευκάδα
Σύναξη πάντων των Ευβοέων Αγίων
Ανάμνηση Θαύματος Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου

το «σπιτάκι της Μέλιας»