Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου  Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ο ΠΑΡΑΛΥΤΟΣ

Πλήθη κατέκλυσαν πολλά τό σπίτι που ὁ Χριστός μας
Ἐδίδασκε αἰώνιες ἀλήθειεις που φώτιζαν
Τά βάθη τῆς συνείδησις καί τήν προβληματίζαν
Για τό σκοπό πόχει ἡ ζωή καί τόν προορισμό της

Κι’ ὅταν ἔνα παράλυτο φέραν για θεραπεία
Τέσσαρες συμπαθητικοί φίλοι του σωριασμένο
Με λιανισμένο τό κορμί, βρήκαν φραγμό στην πόρτα
Από τα πλήθη τα πολλά, σκεφτήκαν να χαλάσουν

Τη στέγη ἐκεῖ που ὁ Χριστός βρισκόταν καί εὐκαιρία
Μή χάσουνε μοναδική τό στόχο νᾷ πετύχουν
Εἶχον τήν πίστι δυνατή καί οἶκτον στην καρδιά τους
Γι’ αὐτό καί τόλμησαν μαζί τῇ σκέψι τῇ δική τους

Ἔργον νᾷ κάνουν. Καί χαλοῦν ξένου σπιτιού τῇ στέγη
Καί κατεβάζουν ἀκριβῶς στα πόδια του Κυρίου
Τό δυστυχῆ παράλυτο που με ἱκεσίας βλέμμα
Εἶπε πολλά χωρίς μιλιά νᾷ βγάλη ἀπ’ τό στόμα

Τόν εἶδε με φιλεύσπλαχνο μάτι ὁ Εὐεργέτης
Κι’ ἄνοιξε αὐτός τό στόμα του φάρμακο νᾷ του δώσῃ
Σαν εἶδε τήν ὁλόθερμη πίστι καί τῶν τεσσάρων
Που κατεβάσαν με σχοινιά για νᾷ ἐλευθερώσῃ

Ἀπ’ τήν ἀρρώστια δύστυχο παράλυτο τους φίλο
«Παιδί μου, εἶπεν ὁ Χριστός, λύεσαι ἀπ’ τις ἁμαρτίες
Που εἶναι τρανές, προσωπικές καί σ’ ἔχουν παραλύσει
Ἡ πίστι καί τό δάκρυ σου διώχνουν καί τις αἰτίες

Τῆς φοβερής ἀρρωστίας σου. Σήκω, περπάτει, πάρε
Στον ὤμῳ τό κρεββάτι σου καί πήγαινε στο σπίτι
Στο σπίτι σου που ἄφυσες χρόνια για νᾷ γλεντήσης
Μακρυά ἀπ’ τήν Οἰκογένεια δίπλα νᾷ παραλύσῃς».

Ἔτσι ἔγινε. Οἱ φθονεροί τῆς κάστας Φαρισαίων
Καί Γραμματέων γκρίνιαξαν κι’ εἶπαν ποιός εἶναι τοῦτος
Που συγχωρεῖ ἁμαρτωλούς. Βλάστημος εἶναι, λέγαν.
Μά πήραν τήν ἀπάντησι καυτή ἀπό τό θαῦμα.

(Μάρκου β’. 1-12)

Από τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 132).

Εικόνα από: pravostok.ru

για το «σπιτάκι της Μέλιας»