Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου  Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἡ ᾿Αποκάλυψις 

Ὁ Φίλιππος σαν τὸ ἀρνὶ στὴν κλῆσι τοῦ Κυρίου
Χωρὶς κανένα δισταγμὸ γίνεται μαθητὴς του·
Τὸν εἶδε ὅπως τὸν πόθησε:Μεσσία ὅλου τοῦ Κόσμου
Ποὺ λύτρωσι περίμενε. Τέρμα τῆς φυλακῆς του

Καὶ στα φρικτὰ καὶ αἰώνια δεσμὰ τῆς αμαρτίας
Κὶ ἐλευθεριά ἀπ’ τὸ κακὸ νά νοιώση ἡ ψυχὴ του·
Τή γεῦσι που αισθάνθηκε ὁ Φίλιππος, στο φίλο
Χαρούμενα διαλαλεῖ καὶ με παλμὸ τοῦ λέγει,

Ὅτι Ἐκεῖνον πού πολλὰ χρόνια τόσοι προφήτες
Μᾶς μίλαγαν πῶς Λυτρωτὴς – Μεσσίας θα μᾶς ‘ρχόταν
Ἦλθε, φίλε μοῦ, εδὼ στὴ γῆ. Βρήκαμε, ἀδελφὲ μου,
Τὸν Ἰησοῦν τῆς Ναζαρὲτ, τὸν πόθο τῶν αἰώνων.

Μὰ, Φίλιππε, τοῦ ἀπαντᾷ, ὁ Ναθαναὴλ μὲ γέλιο.
Κάπως πικρὸ για μιᾷ στιγμὴ: Μπορεὶ ἀπὸ μιᾷ πόλι
Που τὸ κακὸ πλεόνασε καὶ κάνει περιγέλιο
Κάθε υψηλὸ πνευματικὸ, κάτι άγιο νά προέλθῃ;

Καὶ  τότε ὁ Φίλιππος μπροστὰ στὸ ἐρώτημα τοῦ φίλου
Καὶ στὸ δικὸ  τοῦ  δισταγμὸ, τοῦ λέει: Έρχου  καὶ ίδε!
Κὶ ὅταν τὸν  εἶδε ὁ Χριστὸς  τοῦ  εἶπε: ἀλήθεια εἷσαι
Ἄδολος  καὶ  καλόκαρδος  ἁγνὸς Ἰσραηλίτης.

Κὶ ὁ ταπεινός  Ναθαναήλ  μ’ ἀφέλεια τὸν ρωτάει:
Μὰ, Κύριε, δενμ’ ἐγνώριζες. Πῶς κὶ ἀπὸ που μὲ ξέρεις;
«Πρὶν σὲ φωνάξη ὁ Φίλιππος κάτω ἀπ’ τὴ συκιὰ σου
Εἶπε ὁ Χριστὸς, σὲ εἶδαἐγὼ». Ω! Δάσκαλε, σὲ νοιώθω!

Υἱὸς Θεοῦ εἷσαι Εσὺ. Εἷσαι ὁ Βασιλιὰς μας
Που χρόνια περιμέναμε τὴ λύτρωσι νᾷ φέρη
Σ’ ἔνα λαὸ που στὴ σκλαβιὰ τὰ πάνδεινα ὑποφέρει.
Έτσι εἶπε ὁ Ναθαναὴλ στὸν Κύριο, που  τοῦ λέγει:

Εἶδες μικρὰ καὶ πίστεψες. Θα ιδής καὶ πιὸ μεγάλα
Θα ιδής ν’ ἀνοίξῃ ὁ Οὐρανὸς ν’ ανεβοκατεβαίνουν
Ἄγγελοι ὑπηρετικοὶ  σ’ Ἐκεῖνον π’ ανθρωπίνη
Σάρκα στὸν Κόσμο ἔλαβε τὴ λύτρωσι να δίνη.

Ἰωάν. α’ 44-52

Από τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 132).

Εικόνα από: pravmir.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»