Ἀνάλυσις τοῦ Ἀποστόλου τῆς Κυριακῆς Α΄Νηστειῶν (Ὀρθοδοξίας) Ἑβρ.11, 24 – 26, 32 – 12, 2, ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ». (Σελ. 387 – 393)

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

«Μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος (ὁ Μωυσῆς) τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ» (Ἑβρ. 11, 26)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, σήμερα εἶναι ἡ πρώτη Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἤ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Σ’ ὅλους τούς ναούς ὡς Ἀπόστολος διαβάζεται μιά περικοπή ἀπό τήν πρός Ἑβραίους ἐπιστολή, ἀπό τό 11ο κεφάλαιο. Σᾶς παρακαλῶ, ἀγαπητοί μου, ὅταν τελειώσῃ ἡ θεία λειτουργία καί πᾶτε στά σπίτια σας, μήν ἀρχίσετε κοσμικές συζητήσεις, ἀλλά ἀνοῖξτε τήν Καινή σας Διαθήκη καί διαβάστε ὁλόκληρο τό 11ο κεφάλαιο τῆς πρός Ἑβραίους ἐπιστολῆς.

Τό κεφάλαιο αὐτό εἶναι ἕνας ὕμνος τῆς πίστεως. Ὁ ἀπόστολος ἀνοίγει τήν ἱστορία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί ἀπό ‘κεῖ παίρνει παραδείγματα ἀνδρῶν καί γυναικῶν πού πίστεψαν στόν ἀληθινό Θεό καί μέ τήν πίστι αὐτή κατώρθωσαν πράγματα, πού δέν μποροῦσε κανείς ἄλλος ἀπό τούς ἀνθρώπους νά κατορθώσῃ. Ἡ πίστι τους ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε νικοῦσε κάθε ἐμπόδιο, κάθε ἐχθρό· ἔκανε θαύματα.

Ποιό ἀπό τά πολλά αὐτά θαύματα νά διηγηθοῦμε ἐδῶ; Ἤ ποιόν ἀπό τούς ἥρωες αὐτούς νά ἀναφέρουμε καί νά ἐγκωμιάσουμε; Ἂν ἐπρόκειτο νά διηγηθοῦμε ὅλα τά θαύματα τῶν ἡρώων αὐτῶν, ὄχι ἕνα κήρυγμα, ἀλλ’ ἑκατό κηρύγματα θά ἔπρεπε νά κάνουμε, καί πάλι δέν θά ἔφταναν. Γι’ αὐτό ἀπ’ ὅλα τά ὀνόματα πού ἀναφέρει ὁ σημερινός Ἀπόστολος θά ἀσχοληθοῦμε σήμερα μέ ἕνα μόνο ὄνομα, τό ὄνομα τοῦ Μωϋσῆ.

Ὁ Μωϋσῆς ἔζησε 1500 περίπου χρόνια πρό Χριστοῦ. Ἡ ζωή του εἶναι γεμάτη θαύματα. Τό πρῶτο θαῦμα ἔγινε τίς πρῶτες μέρες πού γεννήθηκε. Σύμφωνα μέ ἕνα νόμο πού εἶχε βγάλει ὁ βασιλιᾶς τῆς ἐποχῆς του, ὁ φαραώ τῆς Αἰγύπτου, ὅλα τά νεογέννητα ἀρσενικά παιδιά τῶν Ἑβραίων ἔπρεπε νά σκοτώνωνται, νά ρίχνωνται στό Νεῖλο ποταμό. Νόμος σατανικός, πού ἔγινε γιά νά ἐξοντωθῇ τό γένος τῶν Ἑβραίων.

Ἀνατριχιάζετε; Ἀλλ’ ὁ σατανᾶς, πού ἔσπρωξε ἕνα βασιλιᾶ νά βγάλῃ ἕνα τέτοιο νόμο, καί σήμερα ἐξακολουθεῖ τό κακοῦργο του ἔργο. Ἁλλοίμονο! Φαραώ δέν εἶναι πιά ἕνας μόνο. Φαραώ εἶναι πολλοί. Εἶναι ἀναρίθμητοι. Εἶναι ἄνδρες καί γυναῖκες, πού δέν θέλουν νά κάνουν παιδιά καί, ἐάν ποτε κατά λάθος ἀρχίζῃ νά φυτρώνῃ παιδί στήν κοιλιά τῆς μάνας, πᾶνε καί τό ξερριζώνουν μέ τίς ἐκτρώσεις. Αὐτοί εἶναι κακοῦργοι. Αὐτοί εἶναι κι ἀπό τούς φαραώ χειρότεροι. Ἐκεῖνοι τά ξένα παιδιά ἔρριχναν στό ποτάμι. Αὐτοί σκοτώνουν τά ἴδια τους τά παιδιά. Ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, πού κάνουν τό ἀπαίσιο ἔγκλημα τῶν ἐκτρώσεων, ὁπωσδήποτε θά τιμωρηθοῦν ἀπό τό Θεό, ὅπως τιμωρήθηκε καί ὁ φαραώ. Ἐκεῖνος ἔπνιξε τά ἀθῷα παιδιά, ἀλλά κι αὐτός πνίγηκε μέ ὅλο του τό στρατό μέσα στά νερά τῆς Ἐρυθρᾶς θαλάσσης.

Καί ὁ Μωϋσῆς, πού ἦταν παιδί Ἑβραίων, θά ἔπρεπε κι αὐτός ὅταν γεννήθηκε νά σκοτωθῇ, σύμφωνα μέ τό νόμο τοῦ φαραώ. Ἀλλά δέν σκοτώθηκε. Σώθηκε. Πῶς; Ἡ μάνα του τόν ἔβαλε βρέφος μέσα σ’ ἕνα πανεράκι, πού ἔφραξε μέ πίσσα γιά νά μή μπαίνουν νερά, καί ἔτσι τό ἔρριξε στό ποτάμι. Ἔπλεε σάν μικρή βαρκούλα. Ἡ θυγατέρα τοῦ φαραώ, πού ἔκανε τόν περίπατό της στό ποτάμι, τό εἶδε, τό ἔβγαλε ἀπό τόν ποταμό, καί μέ ἔκπληξι εἶδε ὅτι μέσα στό πανεράκι ἦταν ἕνα ἀγοράκι. Πόσο χαριτωμένο ἦταν τό βρέφος αὐτό! Ἡ πριγκίπισσα τό συμπάθησε, τό υἱοθέτησε καί τό ἀνέθρεψε σάν πριγκιπόπουλο στό παλάτι. Ἔμαθε κατόπιν γράμματα καί, ἐπειδή ἦταν ἔξυπνο παιδί, ἔγινε ἕνας ἀπό τούς πιό μορφωμένους ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του. Ζοῦσε μέσα στά πλούτη. Εἶχε ὅλα τά ἀγαθά καί προωριζόταν νά γίνῃ κι αὐτός μιά μέρα φαραώ, βασιλιᾶς τῆς Αἰγύπτου. Τί τυχερό παιδί! Θά λέγαμε πολλοί.

Ἀλλ’ ὁ Μωϋσῆς μιά μέρα ἔφυγε ἀπό τό παλάτι καί πῆγε σέ μιά ἔρημο. Ἐκεῖ ἔγινε βοσκός καί ἔζησε 40 χρόνια, ὥσπου τόν κάλεσε ὁ Θεός γιά τή μεγάλη ἀποστολή.

Τί παράξενο πρᾶγμα· ἕνα πριγκιπόπουλο ν’ ἀφήσῃ τό παλάτι καί νά γίνῃ τσοπάνος! Γιατί; Γιατί ὁ Μωϋσῆς ἤξερε ἀπό μικρός ποιά εἶναι ἡ καταγωγή του, ὅτι εἶναι παιδί Ἑβραίων. Ἔβλεπε πόσο τό ἔθνος του ὑποφέρει ἀπό τούς τυράννους τῆς Αἰγύπτου. Καί ὁ Μωϋσῆς δέν ἦταν κανένας ἀναίσθητος, πού κοιτάζει μόνο νά περνάῃ αὐτός καλά καί ἀδιαφορεῖ γιά τά βάσανα τῶν ἄλλων. Ἦταν μιά εὐγενική ὕπαρξι. Μέσα στήν ψυχή του ἔγινε πάλη. Ἀπό τό ἕνα μέρος τά παλάτια, τά πλούτη, τά ἐκλεκτά τραπέζια, οἱ δόξες, οἱ τιμές καί ὅλα τά ἀγαθά τοῦ κόσμου. Κι ἀπό τό ἄλλο μέρος οἱ φτωχές καλύβες, οἱ ξυλοδαρμοί, οἱ φυλακές, τά βασανιστήρια, ἡ πεῖνα καί ἡ δυστυχία τῶν σκλάβων συμπατριωτῶν του. Τί νά κάνῃ; Νά μείνῃ στά παλάτια; Θά ἦταν ἕνας προδότης, πού πάνω ἀπό τήν πίστι καί τήν πατρίδα θά εἶχε μόνο τήν καλοπέρασί του. Ἀλλά ν’ ἀφήσῃ τό παλάτι καί νά πάῃ μέ τό σκλαβωμένο λαό; Καλομαθημένος ὅπως ἦταν, πῶς θά ζοῦσε τή ζωή τῶν ταπεινῶν καί καταφρονεμένων;

Ὁ Μωϋσῆς προτίμησε ἀπό τά δυό τό δεύτερο. Προτίμησε ἀπό τόν πλοῦτο τή φτώχεια, ἀπό τήν καλοπέρασι τήν κακοπάθεια, ἀπό τή δόξα τήν ἀτιμία καί τήν περιφρόνησι. Ἀντί νά εἶναι τό ἀγαπημένο παιδί μιᾶς πριγκίπισσας, προτίμησε νά εἶναι ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ σκλαβωμένου λαοῦ. Ἔτσι βγῆκε ἀπό τά ἀνάκτορα καί πῆγε στό βουνό κ’ ἔγινε ἕνας τσοπάνος. Καί ἀργότερα, ὅταν τόν κάλεσε ὁ Θεός γιά νά γίνῃ ἀρχηγός τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγῶνος τῆς φυλῆς του, φάνηκε πιστός στήν ἀποστολή του. Ἦρθαν στιγμές πού ὁ λαός ἔδειξε στό Μωϋσῆ τή χειρότερη συμπεριφορά. Ἐπειδή στόν ἀγῶνα αὐτόν παρουσιάστηκαν ὡρισμένες δυσκολίες, ὁ λαός ἀνυπόμονος καί ἀχάριστος τά ἔβαζε μέ τό Μωϋσῆ. Ἔβριζαν, χλεύαζαν – ποιόν; Τόν εὐεργέτῃ τους, πού γιά χάρι τους θυσίασε τά πάντα. Καί ὅτι ἔκανε ὁ Ἑβραϊκός λαός στό Χριστό, ὅταν ἦρθε στόν κόσμο γιά νά τόν σώσῃ, τό ἴδιο ἔκανε καί στό Μωϋσῆ. Τόν ἔβριζε, ὅπως ἔβριζε καί τό Χριστό. Ἀλλ’ ὁ Μωϋσῆς ὅλα τά ὑπέφερε. Ἤξερε σέ ποιόν πιστεύει καί γιά ποιόν ὑποφέρει ὅλα αὐτά. Πίστευε στό Θεό καί ἔμενε πιστός στήν ἀποστολή του.

Ἀλλά κ’ ἐμεῖς, ἀγαπητέ μου, πού ἀκοῦμε τό παράδειγμα τοῦ Μωϋσῆ, πρέπει νά τόν μιμηθοῦμε. Νά μιμηθοῦμε τήν αὐταπάρνησί του. Καλύτερα, ἀδελφέ μου, φτωχός καί περιφρονημένος μέ τό Χριστό, παρά πλούσιος καί ἔνδοξος μέ τό διάβολο. Προτιμότερο νά βρίζεσαι καί νά χλευάζεσαι γιά τό Χριστό, παρά νά ἐπαινῆσαι καί νά ἐγκωμιάζεσαι ἀπό τά παιδιά τοῦ διαβόλου. Ἄς προσέξουμε αὐτό τό τελευταῖο, γιατί ζοῦμε σέ ἐποχή μεγάλης ἀπιστίας καί διαφθορᾶς. Ὁ κόσμος, ἄμα δῇ κανέναν νά πιστεύῃ στό Χριστό, νά πηγαίνῃ στήν ἐκκλησία, νά κοινωνῇ τά ἄχραντα μυστήρια καί νά προσπαθῇ νά ζήσῃ μιά γνήσια χριστιανική ζωή, τόν κοροϊδεύει. Εἶναι, λέει, ἀσυγχρόνιστος, καθυστερημένος, ὀπισθοδρομικός, ἀμόρφωτος, βλᾶκας, χαζός, τρελλός… Ἔτσι οἱ πολλοί δειλιάζουν νά παρουσιασθοῦν σάν ἄνθρωποι πού πιστεύουν στό Θεό. Καί τά μικρά ἀκόμη παιδιά δέν τολμοῦν νά κάνουν τό σταυρό τους μπροστά στούς μεγάλους πού τά κοροϊδεύουν.

Ἕνα παράδειγμα. Κάποιος μικρός στό τέλος μιᾶς θείας λειτουργίας μέ πλησίασε καί πολύ σιγά μοῦ λέει στό αὐτί·

– Ἐγώ θέλω νά γίνω παπᾶς!

– Καί γιατί, παιδί μου, τό λές τόσο σιγά καί δέν τό φωνάζεις; Τόν ἐρωτῶ.

– Ἄν τό φωνάξω, λέει, θά μέ κοροϊδέψουν ὅλοι.

– Ἄν δέν θέλῃς, παιδί μου, νά σέ κοροϊδεύουν, νά μή γίνης παπᾶς. Διάλεξε ἕνα ἐπάγγελμα νά σέ τιμᾷ καί νά σέ ὑπολήπτεται ὁ κόσμος……

Ποῦ φθάσαμε! Στό μέλλον, ὅπως πᾶμε, μόνο ἐκεῖνοι πού ἔχουν τόν ἡρωϊσμό νά ὑβρίζωνται γιά τό Χριστό θά ὁμολογοῦν τήν πίστι τους. Αὐτοί θά εἶναι καί οἱ μιμηταί τοῦ Μωϋσῆ, πού προτίμησε νά ὑβρίζεται γιά τήν πίστι, παρά ν’ ἀφήσῃ τήν πίστι καί νά τιμᾶται μέσ’ στά βασιλικά παλάτια.

Εἰκόνα ἀπὸ:pravoslavie.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»