2η  Ἀνάλυσις τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ, Ματθ στ’ 14 – 22, ἀπό τό βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 120 – 122).

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ. Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Στήν προηγούμενη θρησκεία τοῦ Ἑβραϊσμοῦ πού διεκράτησε μέ τή θεοκρατία της σέ ἐθνική καί κοινωνική ἑνότητα τόν πλάνητα λαό, ἐπεκράτει καί ἐφηρμόζετο ἡ δικαστική ἐντολή τῆς ἀνταποδόσεως τῶν ἴσων, τοὐτέστι τῆς ἀντεκδικήσεως πρός ἀνάσχεσιν τοῦ κακοῦ πού εἶχε καταστρεπτικές κοινωνικές ἐπιπτώσεις: «Ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος» κλπ. Ἐξόδ. κα’ 24 – 27.

Ἐπρόκειτο περί νομοθεσίας, ἡ ὁποία ὕψωνε τό μαστίγιο τοῦ φόβου ἴσης ἀνταποδόσεως πού καί σήμερα σέ πολλούς ὑπαναπτύκτους ἤ ἡμιβαρβάρους λαούς διατηρεῖται καί ἐφαρμόζεται ἀμείλικτα χωρίς νά σημειώνεται εὐθύνη γιά μεταφυσικές κυρώσεις. Ἡ ἀγριότης τῶν ἠθῶν ἐπέβαλεν ἄμυνα τῆς Πολιτείας καί τῆς Κοινωνίας μέ σκληρά μέσα πού εἶχαν ἄμεση προσωπική ἐπιβολή πρός δυναμικήν ἀναστολήν τῆς προόδου τοῦ Κακοῦ, ὥστε μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου νά καταστῇ τῆς καθολικῆς συνειδήσεως νόμος ὁ σεβασμός τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καί τῆς περιουσίας τοῦ ἄλλου, μέχρι ἡμερώσεως τοῦ λαοῦ.

Ὁ Κύριος ὅμως ἀνέβασε τήν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνω ἀπό τήν ἀξία τῶν θηρίων καί τῶν δούλων, καί τήν προήγαγε μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νά δικάζῃ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό μέ τή λογική κρίσι περί ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἀλλά καί μέ τήν ὑπόμνησι τοῦ αἰσθήματος καί τῆς ἀξίας τῆςδικαιοσύνης. Καί ἐφ’ ὅσον πιστεύει σέ Θεό, νά παίρνη σωστή καί δικαία θέσι ἔναντι τῶν παρουσιαζομένων προβλημάτων καί ἀντιδικιῶν, χωρίς πείσματα καί ἐγωισμούς, χωρίς μνησικακία καί ἀντεκδικήσεις. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βασιλείου τῆς Χάριτος δέν δικαιοῦνται νά ἐνεργοῦν σύμφωνα μέ τήν παχυλότητα τῆς συνειδήσεως καί τήν ἠθική κρίσι τῶν ἀρχαίων εἰδωλολατρῶν. Προϋποτίθεται ὅτι μέ τό φωτισμό ποὺ ἔλαβαν κατά τό βάπτισμα, τήν ἀναγέννησι καί τήν πνευματική πρόοδο ὁ Χριστιανός αἰσθάνεται κάτι ἄλλο μέσα του, οὐράνιο, θεῖο, καί ἔτσι ἐνεργεῖ καί ἀντιμετωπίζει καταστάσεις δυσαρέστους ἐξ ἀδικιῶν τοῦ ἄλλου: μέ πνεῦμα πραότητος, μέ πλατειά καρδιά, μέ φιλοσοφημένη διάθεσι ἔναντι τοῦ ἀδικοῦντος μέ λόγια ἤ ἔργα.

Ἐπειδή προεῖδεν ὁ Κύριος ὅτι πολλοί τῶν Χριστιανῶν θά ξέφευγαν ἀπό τήν ἠθική αὐτή γραμμή καί ἀρχή πού πρέπει νά δεσπόζῃ στήν ὅλη ζωή τους, κατά τό παράδειγμά του, πού «λοιδορούμενος οὐκ ἄν ἐλοιδόρει καί πάσχων οὐκ ἠπείλει, παρεδίδου δέ τῷ κρίνοντι δικαίως» (Α’ Πέτρου, β’ 23), γι’ αὐτό, λόγῳ τῆς ἀνθρωπίνης ἀτελείας, τούς ἔθιξε καί τή χορδή τοῦ προσωπικοῦ τους συμφέροντος. Σᾶς συμφέρει νά εἷσθε χρεωμένοι ἔναντι τοῦ Θεοῦ καί νά ὑποστῆτε τίς συνέπειες τῆς ἀντεκδικήσεώς σας ἔναντι τοῦ ἀδελφοῦ, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ δικαιοσύνη; Ἀσφαλῶς, σάν λογικοί ἄνθρωποι, θ’ ἀπαντήσετε: ὄχι! Τότε , λοιπόν, ξεχρεώσατε τόν ἄλλον πού σᾶς ἔφταιξε, νά σᾶς ξεχρεώση καί ὁ Θεός στόν ὁποῖον εἷσθε ἀνοιχτοί. Ὁ παληός νόμος ἔλεγε: σᾶς συμφέρει νά σᾶς κόψουν τό χέρι ἤ νά σᾶς βγάλουν τό δόντι, ἤ τό μάτι, ἄν σεῖς κάμετε κάτι τέτοιο ἀπό μῖσος κατά τοῦ πλησίον σας; Ὄχι! Τότε οὔτε κάν καί νά τό σκεφθῆτε. Τότε ἐπεσείετο ἡ σκληρά καί ἄμεση ἐφαρμογή τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, πρᾶγμα πού ἀντλοῦσε τήν ἰσχύν του ὄχι ἀπό τήν ἀπειλή μεταφυσικῶν κυρώσεων, εἴπαμε, ἀλλ’ ἀπό τό φόβο τῆς ταὐτοπαθείας. Φόβο πού ἐπισείει ἡ ὠργανωμένη Πολιτεία στίς χῶρες καί σήμερα τοῦ Ἰσλάμ.

Βεβαίως, καί στή μιά καί στήν ἄλλη περίπτωσι πρόκειται περί προειδοποιήσεως μέ φανερό τόν ὑπαινιγμό τῆς ἐπιβολῆς ἐμμέσων ἤ ἀμέσων κυρώσεων. Ὅμως ἡ διαφορά μας εἶναι ὅτι ὑπάρχει διάστημα πρός σοβαράν σκέψιν, ἀλλαγήν ἀποφάσεων, ἐφ’ ὅσον δέν ἐξετελέσθησαν, ἐκτόνωσιν τοῦ προσωπικοῦ μένους, ἐπικράτησιν τῆς λογικῆς, τοῦ πνεύματος τοῦ δικαίου, μετάνοια σωστική καί γιά τούς δυό ἀντιδίκους. Κι’ ὅλες αὐτές οἱ διεργασίες κάτω ἀπό τήν ἐπίδρασι τοῦ εὐαγγελικοῦ φωτός καταλήγουν στό ὅτι τοῦ Θεοῦ ἡ προειδοποίησι δέν εἶναι ἐκφοβισμός, ἀλλά μιά φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου, μιά προστατευτική του ἐνέργεια πρός ἄσκησιν γιά τήν ἀρετή τῆς συγγνώμης ἔναντι τῶν ἀδυνάτων, τῶν ὁποίων τά ἀσθενήματα ὀφείλουν, κατά Παῦλον, νά βαστάζουν οἱ δυνατοί. Ρωμ. ιε’ 1. Εἶναι μιά ὑπόμνησι πρός καλλιέργειαν τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαίου πού καί οἱ πρωτόγονοι λαοί τό ἔχουν σάν πυρῆνα τους χάριν τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας καί ἐπιβιώσεως, γιατί ἄλλως δέν νοεῖται ἐπιβολή ποινῆς. Κάποιος πρέπει νά προστατεύση τόν ἀδικούμενον. Καί αὐτός ὁ κάποιος εἶναι ἀσφαλῶς ὁ Θεός, πού εἶπεν: «Ἐμοί ἐκδίκησις, ἐγώ ἀνταποδώσω». Ρωμ. ιβ’ 19. Ὄχι, λοιπόν, ἀντεκδικήσεις πού, καμμιά φορά, ξεπερνοῦν τό μέτρο τοῦ δικαίου καί ἀδικοῦν.

Εἰκόνα ἀπὸ:pravoslavie.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»