Ἀνάλυσις τοῦ Ἀποστόλου τῆς Κυριακῆς ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ Ρωμ.13, 11 – 14, 4, ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ». (Σελ. 381 – 386)

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

«Ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. Ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» (Ρωμ.13,12)

Μᾶς φωνάζει, ἀγαπητοί μου, μᾶς φωνάζει σήμερα ὁ Ἀπόστολος· ἀδέλφια μου, τί κοιμᾶστε; Ἡ νύχτα προχώρησε. Ἡ μέρα πλησίασε. Ξυπνῆστε. Ντυθῆτε καί ἑτοιμαστῆτε γιά τήν καινούργια μέρα. Αὐτό φωνάζει σήμερα ὁ Ἀπόστολος. Ὅποιος τόν ἀκούει θά νομίζῃ, ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιά πράγματα φυσικά πού ὅλοι ξέρουμε. Γιατί ποιός δέν ξέρει τί θά πῇ νύχτα καί τί θά πῇ μέρα; Νυχτώνει, ξημερώνει εἶναι λέξεις πού τίς λέμε κάθε μέρα ὅλοι.

Ἡ μέρα φεύγει, ἡ νύχτα ἔρχεται. Ἔτσι κυλάει ὁ χρόνος μεταξύ νύχτας καί μέρας. Καί μόνο αὐτοί πού γεννήθηκαν τυφλοί ζοῦν πάντοτε μέσα σ’ ἕνα σκοτάδι, σέ μιά ἀπέραντη νύχτα, καί δέν ξέρουν τί θά πῇ μέρα. Πόσο οἱ τυφλοί θά ἤθελαν νά ἄνοιγαν τά μάτια τους μόνο γιά μιά μέρα καί νά ἔβλεπαν ὅλα τά ὡραῖα πράγματα πού βλέπουμε ἐμεῖς! Δυστυχῶς ὅμως δέν τά ἐκτίμοῦμε ὅπωςπρέπει…..

Ἀλλά ὁ ἀπόστολος Παῦλος δέν λέει τή μέρα καί τή νύχτα μέ τή συνηθισμένη σημασία. Ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός ἔπαιρνε εἰκόνες καί παραδείγματα ἀπό τό φυσικό κόσμο καί τήν καθημερινή ζωή τῶν ἀνθρώπων καί μ’ αὐτά δίδασκε τό λαό, ἔτσι καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μιλάει καί διδάσκει. Διδάσκει μέ εἰκόνες καί παραδείγματα. Τί ἆραγε, λοιπόν, νά ἐννοοῦσαι ὁ Παῦρος λέγοντας νύχτα καί μέρα; Αὐτό θά δοῦμεν στή σημερινή μας ὁμιλία.

Νύχτα ὁ ἀπόστολος ὀνομάζει τή ζωή πού ζοῦμε ἐδῶ στή γῆ ἀπό τή στιγμή πού θά γεννηθοῦμε μέχρι τή στιγμή πού θά πεθάνουμε. Νύχτα; Ναί, νύχτα. Γιατί μεταξύ τῆς νύχτας καί τῆς παρούσης ζωῆς ὑπάρχουν μερικές ὁμοιότητες. Ποιές; Ὅπως στή νύχτα βασιλεύει σκοτάδι καί μόνο τά ἄστρα καί τό φεγγάρι φωτίζουν λίγο τή γῆ, ἔτσι καί στήν παροῦσα ζωή βασιλεύει σκοτάδι. Σκοτάδι ὄχι φυσικό, ὅπως εἶναι τό σκοτάδι τῆς νύχτας, ἀλλά σκοτάδι ἠθικό καί θρησκευτικό. Σκοτάδι εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ πλάνη, ἡ ἀσέβεια καί ἡ ἀπιστία. Ἐάν κανείς ἐξετάσῃ τί σκέπτονται, τί λένε καί τί κάνουν οἱ ἄνθρωποι, θά δῇ ὅτι ὁ κόσμος ζῇ μέσα στήν ἁμαρτία. Αὐτή σάν ὁμίχλη πυκνή κρύβει τόν ἥλιο, καί οἱ ἄνθρωποι δέν βλέπουν τήν ἀλήθεια. Ἡ ψευτιά βασιλεύει. Ἡ ἀνηθικότητα, ἡ πορνεία, ἡ μοιχεία καί κάθε ἄλλη ἀκαθαρσία θριαμβεύουν μέσα στίς ἀνθρώπινες κοινωνίες. Ἡ κλεψιά, ἡ ἁρπαγή, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαργυρία καί ἡ ἀγρία ἐκμετάλλευσις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν ἄνθρωπο, παρ’ ὅλους τούς νόμους καί τά δικαστήρια τῶν κρατῶν, σκορπίζουν τή μαύρη σκιά σ’ ὅλο τόν κόσμο καί δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος πού νά μήν ἀναστενάζῃ γιά τήν ἀδικία. Σκοτάδι ἡ πλεονεξία καί ἡ φιλαργυρία. Σκοτάδι τό μῖσος πού ἐπικρατεῖ. Σκοτάδι ἡ ἐκδίκησι πού σπρώχνει τά ἔθνη σέ πολέμους. Ἡ ἀγάπη εἶναι λίγη. Εἶναι σάν ἕνα μικρό φῶς πού τρεμοσβήνει μέσα στή θύελλα τῆς σκοτεινῆς νύχτας, καί ἡ παγωνιά μεγαλώνει καί οἱ καρδιές συνεχῶς ψυχραίνονται καί οἱ ἄνθρωποι νιώθουν σάν στό Βόρειο Πόλο, ὅπου τόν περισσότερο χρόνο ζοῦν μέσ’ στό σκοτάδι καί τήν παγωνιά. Ἥλιε! Γιατί ἀργεῖς νά βγῇς; Ἔλα καί πάλι νά ζεστάνῃς τά κορμιά καί τίς ψυχές μας!

Νύχτα ὀνομάζεται ἡ παροῦσα ζωή γιά τήν ἁμαρτία πού εἶναι ξαπλωμένη παντοῦ. Ἀλλά νύχτα καί γιά ἕναν ἀκόμη λόγο. Μέσ’ στή νύχτα δέν ξεχωρίζει κανείς τούς ἀνθρώπους ἄν εἶναι γνωστοί του ἤ ἄγνωστοι, φίλοι ἤ ἐχθροί. Ἔχουμε δέ παράδειγμα, πού ἄνθρωπος μέσα στό σκοτάδι τῆς νύχτας πυροβόλησε καί σκότωσε τόν ἀδελφό του, γιατί τόν πέρασε γιά ἐχθρό, κι ὅταν τό πρωί ξημέρωσε καί εἶδε σκοτωμένο τόν ἀδελφό του πῆγε νά τρελλαθῇ ἀπό τή λύπη του. Ἔτσι καί στήν παροῦσα ζωή συμβαίνει. Λόγῳ τοῦ μίσους, πού ἐπικρατεῖ, οἱ ἄνθρωποι δέν βλέπουν ὅτι στό πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου εἶναι ὁ ἀδελφός τους πού προέρχεται ἀπό τό Θεό, τόν κοινό Πατέρα ὅλων τῶν ἀνθρώπων· καί πρέπει νά γίνῃ μέρα, νά φέξῃ ὁ Ἥλιος, νά διαλυθοῦν τά μίση καί τά πάθη, γιά νά ἀγαπηθοῦν καί πάλι οἱ ἄνθρωποι καί νά ἐπικρατήσῃ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλά ὑπάρχει καί μιά ἄλλη, τρίτη, ὁμοιότητα μεταξύ τῆς νύχτας καί τῆς παρούσης ζωῆς. Τή νύχτα ὁ ἄνθρωπος βλέπει στόν ὕπνο ὄνειρα· καί ἐνῶ εἶναι ὄνειρα, νομίζει ὅτι εἶναι πραγματικότητα. Νά ἕνα ὄνειρο. Εἶναι ἕνας ζητιάνος καί ἄσημος ἄνθρωπος, πού φορεῖ κουρέλια καί ζῇ μέ ἐλεημοσύνες. Κοιμᾶται, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος αὐτός καί βλέπει ὄνειρο, πώς εἶναι βασιλιᾶς ντυμένος στά χρυσᾶ, ὅτι φοράει κορώνα στό κεφάλι, ὅτι ζῇ μέσ’ στά παλάτια, ὅτι τόν προσκυνοῦν ὅλοι…. Βασιλιᾶς ὁ ζητιάνος! Ἀλλά δέν προλαβαίνει νά χαρῇ γιά πολλή ὤρα. Ξυπνάει, καί τότε καταλαβαίνει ὅτι ἦταν ὄνειρο καί τίποτα περισσότερο. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει καί στή ζωή πού ζοῦμε. Εἶναι π.χ. ἕνας βασιλιᾶς. Ζῇ στό παλάτι πολλά χρόνια, ἔστω καί μισόν αἰῶνα. Ἀπολαμβάνει ὅλες τίς τιμές, ὅλες τίς δόξες, ὅλα τά ἀγαθά. Ἀλλά νά κ’ ἔρχεται ὁ θάνατος. Τότε ἀνοίγουν τά μάτια τῆς ψυχῆς καί βλέπει ὅτι ὅλα ὅσα ἀπήλαυσε στόν κόσμο ἦταν ἕνα ὄνειρο. Ναί, ἕνα ὄνειρο εἶναι ἡ ζωή! Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας στή νεκρώσιμη ἀκολουθία, ὅταν μέσ’ στό ναό εἶναι τό φέρετρο, καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά σκεφθοῦν καί νά φιλοσοφήσουν πάνω στή ματαιότητα τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Ψάλλει·

«Ποία τοῦ βίου τρυφή διαμένει λύπης ἀμέτοχος;
Ποία δόξα ἕστηκεν ἐπί γῆς ἀμετάθετος;
Πάντα σκιᾶς ἀσθενέστερα,
πάντα ὀνείρων ἀπατηλότερα·
μία ροπή, καί ταῦτα πάντα θάνατος διαδέχεται.
Ἀλλ’ ἐν τῷ φωτί, Χριστέ, τοῦ προσώπου σου,
καί τῷ γλυκασμῷ τῆς σῆς ὡραιότητος,
ὄν ἐξελέξω ἀνάπαυσον ὡς φιλάνθρωπος».

Νύχτα λοιπόν ἡ παροῦσα ζωή. Καί μέρα ποιά εἶναι; Εἶναι ἡ ἄλλη, ἡ μέλλουσα ζωή, ἡ ζωή πού ἀρχίζει ἀπ’ τή στιγμή τοῦ θανάτου καί συνεχίζεται πιά χωρίς διακοπή εἰς αἰῶνας αἰώνων. Τί εἶναι ἡ παροῦσα ζωή μπροστά στή ζωή ἐκείνη; Μία σκιά, ἕνα ὄνειρο. Καί ὅμως γιά τή σκιά καί τό ὄνειρο τόσοι κόποι, τόση προσπάθεια. Κοπιάζουμε καί μοχθοῦμε σάν νά πρόκειται νά μείνουμε ἐδῶ αἰώνια. Καί αδιαφοροῦμε γιά τήν ἄλλη ἐκείνη ζωή, πού σήμερα – αὔριο ἔρχεται γιά νά μᾶς ξυπνήσῃ ἀπό τόν ὕπνο καί νά μᾶς δείξῃ τήν πραγματικότητα.

Δυστυχῶς οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι σήμερα δέν πιστεύουν ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ζωή. Γιά τούς χριστιανούς ὅμως δέν πρέπει νά ὑπάρχῃ καμμιά ἀμφιβολία. Ἔχουμε ἀπόδειξι ἀκλόνητη, πού ἀξίζει περισσότερο ἀπ’ ὅλες τίς ἀποδείξεις περί ἀθανασίας τῆς ψυχῆς καί μελλούσης ζωῆς πού ἀναφέρουν οἱ παλαιότεροι καί νεώτεροι φιλόσοφοι. Καί ἡ μεγάλη αὐτή ἀπόδειξις εἶναι ὁ Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ. Ο Χριστός μᾶς βεβαιώνει, ὅτι ὑπάρχει ἡ μέλλουσα αἰώνιος ζωή. Καί ὁ Χριστός εἶναι ἀδύνατον νά λέῃ ψέματα. Ὅλοι μποροῦν νά λένε ψέματα· ἕνας μόνο δέν λέει ψέματα, ὁ Χριστός. Καί ὅσο, ὦ ἄνθρωπε, εἷσαι βέβαιος ὅτι αὔριο τό πρωί θά ξημερώσῃ ἡ μέρα, ἄλλο τόσο καί περισσότερο νά εἷσαι βέβαιος, ὅτι τήν παροῦσα ζωή θά διαδεχθῇ ἡ ἄλλη ζωή, ἡ μέλλουσα ζωή. Αὐτή εἶναι ἡ λαμπρή μέρα.

Ὦ ζωή αἰώνιος! Ζωή κοντά στό Χριστό, στούς ἀγγέλους καί στούς ἁγίους. Ζωή γεμάτη χαρά καί πνευματική ἀγαλλίασι. Ζωή πιό λαμπρή κι ἀπό τόν ἥλιο. Κύριε, κάνε μας νά ἀγαπήσουμε καί νά ποθήσουμε αὐτή τή ζωή. Καί ἀξίωσέ μας ὅταν κλείσουμε τά μάτια μας στήν ἐπίγεια αὐτή ζωή, νά μᾶς δεχθῇς ἐκεῖ ψηλά στούς οὐρανούς, στήν αἰώνια ζωή καί μακαριότητα, διά τῶν πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων. Ἀμήν.

Εἰκόνα ἀπὸ:orthos

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»