Ἡ Ἁγία Κυράννα γεννήθηκε στήν Ἀβυσσώκα τῆς Θεσσαλονίκης, σημερινή Ὄσσα, τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾶ. 

Ἡ ὀμορφιά τῆς ψυχῆς της συμβάδιζε μέ τήν ἐξωτερική της ὡραιότητα, ἀφοῦ ἦταν προικισμένη μέ τίς ἀρετές τῆς σεμνότητος καί τῆς σωφροσύνης. Ἔτσι περνοῦσε τή ζωή της κοντά στούς γονεῖς της.

Ὁ μισόκαλος, ὅμως, διάβολος τή φθόνησε γιά τήν ἁγνότητά της καί, ἀφοῦ δέν μπόρεσε μέ πονηρούς λογισμούς καί ἁμαρτωλές σκέψεις νά τήν παρασύρῃ στό κακό καί νά τήν μεταβάλῃ σέ ὄργανό του, βρῆκε ἄλλο τρόπο νά ταράξῃ τήν εὐτυχία τῶν δικῶν της καί τή γαλήνη τῆς νεανικῆς καί πεντακάθαρης ψυχῆς της.

Ἕνας Τοῦρκος, λοιπόν, γενίτσαρος, πού ἦταν σούμπασης, δηλαδή διοικητής τοῦ ἀστυνομικοῦ τμήματος καί εἰσπράκτωρ τῶν φόρων ἀπό τά εἰσοδήματα, ἐρωτεύθηκε τήν Κυράννα καί προσπαθοῦσε νά τήν κατακτήσῃ μέ διάφορες κολακεῖες.

Ἡ Κυράννα μέ κανένα τρόπο δέν δεχόταν τίς κολακεῖες τοῦ Τούρκου καί τίς μεγάλες του ὑποσχέσεις γιά λίρες καί φορέματα. Οὔτε, ὅμως, καί τίς φοβέρες του, ὅτι θά τήν βασάνιζε σκληρά καί στό τέλος θά τήν θανάτωνε, ἄν δέ δεχόταν τόν σκοπόν του.

Ἡ ἐπιμονή τοῦ γενίτσαρου δέν μπόρεσε νά μεταβάλει τό Χριστιανικόν της φρόνημα. Ἔτσι, ἀπογοητευμένος ὁ γενίτσαρος μαζί μέ ἄλλους γενίτσαρους ἁρπάζουν τήν Ἁγία καί τήν ὁδηγοῦν στήν Θεσσαλονίκην.

Τήν φέρνουν μπροστά στόν Κριτή μέ τήν ψευδῆ κατηγορίαν ὅτι δῆθεν στήν ἀρχήν δέχθηκε νά τόν παντρευτεί καί νά ἀλλαξοπιστήσει, ἀλλά ἀργότερα ἄλλαξε γνώμην. Οἱ γονεῖς της τήν ἀκολούθησαν μέχρι τήν Θεσσαλονίκην.

Οἱ Τοῦρκοι ἄρχισαν τήν ἴδιαν τακτικήν. Στήν ἀρχήν κολακεῖες, καί μετά ἀγριότητα. Ἡ Κυράννα ἄφοβη, ἀτάραχη μπροστά στούς βιαστές τῆς θέλησής της δέν μιλοῦσε.

Εἶπε μόνον τά λόγια: «Ἐγώ εἶμαι Χριστιανή καί ἔχω νυμφίον τόν Κύριόν μου Ἰησοῦν Χριστόν, εἰς Τόν ὁποῖον προσφέρω ὡς προίκα τήν παρθενίαν μου καί Αὐτόν ἐπόθησα καί ποθῶ ἐκ νεότητός μου καί διά τήν ἀγάπην Του εἶμαι ἕτοιμη νά χύσω καί τό αἷμα μου, διά νά ἀξιωθῶ νά Τόν ἀπολαύσω. Ἀκούσατε, λοιπόν, τήν ἀπάντησή μου και πλέον ἄλλον λόγο μή περιμένετε νά σᾶς πῶ».

Ὕστερα ἀπό τήν ἀπάντηση ἔσκυψε ἡ Κυράννα μέ πολλή σεμνότητα τό κεφάλι της, σιώπησε καί προσευχόταν νοερά στόν Κύριον νά τήν ἐνδυναμώσει μέχρι τό τέλος τοῦ μαρτυρίου.

Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν εἶδαν τήν Πίστη της στό Χριστόν, ντροπιάστηκαν καί τήν ἔρριξαν στήν φυλακήν. Ὁ σούμπασης ἔλαβε ἄδεια ἀπό τόν μπέη τοῦ κάστρου τῆς Θεσσαλονίκης, τόν Ἀλῆ ἐφέντη νά μπαίνει στήν φυλακήν, ὅποτε θέλει.

Ἔμπαινε τακτικά μέ ἄλλους γενίτσαρους καί τήν βασάνιζαν. Ἄλλος τήν κλωτσοῦσε, ἄλλος τήν χτυποῦσε μέ ξύλον ἤ μέ μαχαίρι καί ἄλλος μέ γροθιές μέχρι νά λιποθυμήσει.

Τό βράδυ ὁ δεσμοφύλακας τήν κρεμοῦσε ἀπό τίς μασχάλες μέ ἁλυσίδες καί τήν ἔδερνε μέ ὅ,τι ἔβρισκε καί τήν ἄφηνε κρεμασμένην μέσα στό χειμωνιάτικο κρύο.

Ἐδῶ σημειώνει ὁ συγγραφέας τοῦ μαρτυρίου της τά ἑξῆς:

«Ἡ Ἁγία εἶχε τόσην ὑπομονήν, ἡσυχίαν καί σιωπήν, ὅπου σοῦ ἐφαίνετο ὅτι ἄλλη πάσχει καί ὄχι ἐκείνη καί ὅλος ὁ νοῦς της καί ἡ προσοχή της εὑρίσκετο εἰς τούς Οὐρανούς καί εἰς τόν Χριστόν».

Στήν ἴδιαν φυλακήν ἦταν φυλακισμένοι καί ἄλλοι Χριστιανοί, Ἑβραῖοι καί μερικές Τουρκάλες πού ἔλεγχαν τό δεσμοφύλακα ὡς ἄσπλαχνον καί μή φοβούμενον τόν Θεό, γιατί τυραννοῦσε σκληρά μία γυναίκα πού δέν ἔσφαλε σέ τίποτε.

Αὐτός, ὅμως, ἀντιθέτως γινόταν ὅλο καί πιό σκληρός. Τά φρικτά βασανιστήρια συνεχίστηκαν ἐπί μία ἑβδομάδα.

Τήν ἕβδομην ἡμέραν κορυφώθηκαν τά βασανιστήρια. Ὁ δεσμοφύλακας ὀργισμένος ἅρπαξε τήν Ἁγία, τήν κρέμασε καί ἄρχισε νά τήν χτυπάει ἀλύπητα μέ μία μεγάλη ξύλινη σχίζα, οἱ Τουρκάλες φώναζαν, οἱ φυλακισμένοι ὅλοι τόν μάλωναν δυνατά καί ὁ δεσμοφύλακας ἔπεσε κάτω μπρούμυτα καί ἄρχισε νά κλαίει.

Ἐκείνη τή στιγμή ἡ Ἁγία ἄφηνε τήν τελευταία της πνοή καί ἡ ψυχή της πετοῦσε γιά νά ἑνωθεῖ μέ τόν Χριστόν πού τόσο ποθοῦσε καί γιά Χάρη Του μαρτύρησε.

Στίς 4 μέ 5 ἡ ὥρα τό πρωί ἕνα μεγάλο φῶς ἔλαμψε ξαφνικά στήν φυλακήν πού κατέβηκε σάν ἀστραπή ἀπό τήν σκεπή της. Τό φῶς αὐτό περιέλουσε τό σῶμα τῆς μάρτυρος καί φωτίστηκε ὅλη ἡ φυλακή.

Οἱ φυλακισμένοι Χριστιανοί φώναζαν τό «Κύριε ἐλέησον», οἱ Ἑβραῖοι πέσανε μπρούμυτα καί οἱ Τουρκάλες φώναζαν: «ἄχ, ἄχ, τό κρίμα τῆς φτωχῆς Ρωμαίας μᾶς ἔφθασε καί ἔπεσε σάν ἀστραπή νά μᾶς καύσει».

Ὁ δεσμοφύλακας ἀπό τόν φόβον του ἄρχισε νά τρέμει καί εἶπε στόν φύλακα Χριστιανόν νά κατεβάσει τήν κρεμασμένην Κυράννα. Ὁ φύλακας βρῆκε τήν Ἁγία Κυράννα τελειωμένην.

Τό φῶς σιγά-σιγά ὑποχώρησε, μία ἄρρητη, ὅμως, εὐωδία ἔμεινε γιά πολλή ὥρα σέ ὅλη τήν φυλακήν.

Ὁ φύλακας ἄνοιξε μέ τά κλειδιά τά σίδερα, ἔλυσε τά χέρια τῆς Ἁγίας, σκέπασε μέ σεβασμόν τό Ἅγιον Λείψανον, ἄναψε τά φῶτα, θυμίασε καί κάθησε κοντά της, ὥσπου νά ξημερώσῃ. Δόξασε τόν Θεόν πού τόν ἀξίωσε νά δεῖ τέτοια θαυμαστά πράγματα ἀλλά καί νά πιάσῃ καί νά περιποιηθῇ μαρτυρικόν λείψανον.

Τό πρωί διαδόθηκε σέ ὅλην τήν Θεσσαλονίκην ἡ φήμη τῆς τελείωσης τῆς Ἁγίας καί ἡ ἔλλαμψη τοῦ Ἁγίου Φωτός.

Οἱ Τοῦρκοι ντροπιασμένοι σιωποῦσαν, ἔδωσαν τήν ἄδειαν στούς Χριστιανούς νά πάρουν τό Λείψανον τῆς Ἁγίας καί οἱ Χριστιανοί ἔνιωθαν χαρά καί εὐφροσύνη γιά τά θαυμάσια του Ἀληθινοῦ καί Ζωντανοῦ Θεοῦ μας.

Τήν ἔθαψαν ἔξω ἀπό τήν Θεσσαλονίκην, ἐκεῖ ὅπου ἐνταφίαζαν καί τούς ἄλλους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς, καί τά φορέματά της τά μοίρασαν γιά εὐλογία στούς πιστούς. Ἦταν 28 Φεβρουαρίου 1751 μ.Χ.

Ἀπολυτίκιον τῆς Ἁγίας
Ἤχος πλ. α’. Τόν συνάναρχον Λόγον

Χαῖρε Ὄσσης ὁ γόνος καί θεῖον βλάστημα, Παρθενομάρτυς Κυράννα Νύμφη Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀθλήσασα στερρῶς ὑστέροις ἔτεσι, καί καθελοῦσα τόν ἐχθρόν, καρτερίᾳ σταθερᾷ. Καί νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπέρ τῶν πίστει τιμώντων, τήν μακαρίαν σου ἄθλησιν.

Ἀντιγραφή γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

Ὀρθόδοξα Μηνύματα
Περιοδική Ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λαγκαδᾶ, Λητῆς καί Ρεντίνης
Ἔτος Β΄- Τεῦχος 5ο- Ἰούλιος – Σεπτέμβριος 2011

τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»