Λουκᾶ.ιε’ 11–32
18 – 2 – 79

Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἡ ἐπιστροφὴ

Εἶχε σαλέψει τά μυαλά τ’ Ἀσώτου ἡ φιλία
μέ φαύλους καί μέ ἐκδότους. Καί οἱ τοῖχοι τοῦ σπιτιοῦ του
τοῦ ἔγιναν στενάχωροι. Καί μιά καλή πρωία
ζητάει ἀπ’ τόν Πατέρα του δόσι τοῦ μερδικοῦ του

Κι’ ὁ ἀγαθός πατέρας του στά δυό παιδιά μοιράζει
ἀκριβοδίκαια στή στιγμή ὅλη τήν περιουσία
καί εὔχεται διαχείρισι καλή καί δέν διστάζει
νά τούς μιλήση πατρικά μέ βάθος καί οὐσία

Καί ὅμως ὁ μικρότερος ὠργάνωσε πορεία
ἔξω ἀπ’ τό χῶρο τοῦ σπιτιοῦ, μακρυά σέ ξένη χώρα
μακρυά ἀπό βλέμμα πατρικό, νά ζῇ μ’ ἀσυδοσία
μέ φίλους, φίλες, μέ βρωμιές ἄγνωστες ἕως τώρα.

Γλεντοκοποῦσε, στίβοντας στίς ἡδονές τά νιᾶτα
καί αἱμορροῶντας ἠθικά στά σπήλαια τοῦ θανάτου
στή μέθη ἐκεῖ τῶν σαρκικῶν καί στοῦ χαμοῦ τή στράτα
ὥσπου τό χρῆμα τέλειωσε κι’ ἄρχισε ἡ κάτω βόλτα.

Καί ξέσπασε μέγας λιμός. Οἱ φίλοι του; Χαθῆκαν
αὐτοί πού σάν σκυλόμυιγες τοῦ ρούφαγαν τό αἷμα
καί τό κορόϊδο φίλο τους αὐτοί δέ θυμηθῆκαν
πὄφτασε στό κατάντημα νά ζῇ μέσα στό ρέμμα

Ἀπελπισιᾶς καί μόνωσης. Τόν θέριζε ἡ πεῖνα
ἡ γύμνια καί ἡ ἀπλυσιά. Καί γίνεται ἕνας δοῦλος
χοιροβοσκός. Μέ κούτσουπα ζητοῦσε νά χορτάσῃ
μέ τήν τροφή τῶν χοιρινῶν τήν πεῖνα νά δαμάσῃ

Στό φοβερό τόν ξεπεσμό ἦλθε στά συγκαλά του
κι’ εἶπε μέ πίκρα θλιβερή τἄλοτε ἀρχοντοπαῖδι
πόσοι τώρα στό σπίτι μου ἐργάτες τοῦ Πατέρα
ζοῦνε σάν πριγκηπόπουλα, κι ἐγώ ψοφῶ στήν πεῖνα!

Θά ἐπιστρέψω καί θά εἰπῶ μέ δάκρυα στά μάτια
Πατέρα ἁμάρτησα φρικτά σέ σένα καί στά οὐράνια
δέν εἷμαι πλέον ἄξιος νά λέγωμαι παιδί σου
ἐγώ πού ἀσώτεψα δεινά κι ἔβρισα τήν τιμή σου.

Κάμε με ἕνα μισθωτό· μ’ ἀρκεῖ. Καί ἐπιστρέφει.
Καί πέφτει σύντριμμα σωστό στά πόδια τοῦ Πατέρα
λέγοντας ὅσα σκέφθηκε. Κεῖνος μέ τή στοργή του
ἀγκάλιασε τ’ ἀπολωλός καί ζωντανό παιδί του.

Από τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 108).

Εἰκόνα ἀπὸ: danilovmaster.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»