Λουκᾶ.ιη’ 9 – 14

Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

 τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Θρησκευτικός ἐγωισμός

Ἐνόμισε πώς ξόφλησε στόν Κύριο τό χρέος
ὁ ὑποκριτής μεγάλαυχος καί βέρος Φαρισαῖος
μ’ ἐφαρμογή ἐπιδεικτική τῶν τυπικῶν τοῦ Νόμου
καί πίστεψε πώς φωτεινή γραμμή πῆρε τοῦ δρόμου
καί μέ θρασύτητα πολλή καί κατηγόρου στάσι
στοῦ Ἱεροῦ τό ἱερό ἐκεῖνο σκαλοπάτι
διαβοᾷ τίς ἀρετές χωρίς νά παραλείψῃ
νά δέρνῃ κι ἕνα ἠθικό ράκος: ἕνα Τελώνῃ
πού σύντριμμα τά μάτια του στή γῆ τά χαμηλώνει.

Κι’ ὅλο μετράει στή θύμησι τίς τόσες του θυσίες
τίς νομικές του προσφορές καί τίς πολλές νηστεῖες
καί νοιώθει πεντακάθαρος ἐνῶ ἡ ψυχή του βράζει
μέσ’ τό καζάνι ἐγωισμοῦ, στό φοβερό καζάνι
καί δικαστή πολύ πικρό τόν ἑαυτό του κάνει
ὅλων τῶν ἄλλων πού θεωρεῖ τοῦ Νόμου παραβάτες
μέ τήβεννο τοῦ δικαστῆ στό ἱερό φαντάζει
στά τυφλωμένα μάτια του κι’ ἀδιάντροπα νά κράζῃ
πώς ξεπερνᾷ σέ ἀρετή μύριους, καί τόν τελώνη
πού σύντριμμα τά μάτια του στή γῆ τά χαμηλώνει.

Συγχώρεσέ με, Κύριε, ἥμαρτον, ἐλέησέ με
συντρίμμι εἷμαι στά πόδια σου, ἐδῶ σέ τούτην ἄκρη
διάλυσε τή συννεφιά. Ἀνάλυσε τό δάκρυ
καί θά σοῦ εἰπῇ τόσα πολλά πού τά δικά μου χείλη
σφραγίστηκαν καί δέν μποροῦν σέ Σένα νά μιλήσουν
κ’ εἶναι βαρειά, μύρια βαρειά, πολλά τά κρίματά μου
κι’ ἀδυνατοῦνε νά στά εἰποῦν ἔστω καί ἄν θελήσουν.
Δός μου κουράγιο ὁ ἄθλιος στόν πόνο μου ν’ ἀνθέξω
πού ἠθέλησα μέ τή φωτιά θανάσιμα νά παίξω
φωτιά νοιώθω στά σπλάχνα μου, Θεέ τῆς εὐσπλαγχνίας
συχώρεσέ με· ἀπάλειψε ὄγκους τῆς ἁμαρτίας.

Καί ὁ Χριστός στό πρόσωπο τῶν δυό προσευχομένων
διεχώρισε τήν ἀρετή ἀπ’ τήν ὑποκρισία
καί τιμωρῶντας καύχησι καί τήν ἀλαζονεία
εἶπε πώς δικαιώθηκε ὁ ταπεινός Τελώνης
καί ὄχι ὁ ὑπερήφανος καί κούφιος Φαρισαῖος
πού ἐφούσκώνε σάν πετεινός νά φαίνεται σπουδαῖος.

Από τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 99). 

Εἰκόνα ἀπὸ: pravoslavie.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»