1η Ἀνάλυσις τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς Τελώνου καὶ Φαρισαίου, Λουκᾶ ι η’ 9-14, ἀπό τό βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 94 – 96).

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἐγωισμοῦ μεταξύ τῶν τυπικά θρησκευομένων, τοῦ ὁποίου ἡ ρίζα εἶναι ἡ ἴδια ἀκριβῶς με τή ρίζα ὅλων ἐκείνων πού δέν πιστεύουν, ἀλλ’ ἔχουν ὡρισμένα τάλαντα ἤ πλοῦτο ἤ κοινωνική διασημότητα, καί κομπορρημονοῦν γιά νά ἐξαίρουν οἱ ἴδιοι ἔναντι τῶν ἄλλων τήν ἴδια τους προσωπικότητα με τό βαθυτέρας πονηρᾶς διαθέσεως πνεῦμα: νά μειώσουν αὐτούς τούς ἄλλους με τούς ὁποίους συναναστρέφονται ἤ καί τούς ἀποφεύγουν γιά νά τονίσουν περισσότερο καί γιά λογαριασμό τους τή διαφορά.

Τό αὐτό συμβαίνει καί με μερικούς, εἴτε εἶναι Κληρικοί εἴτε εἶναι λαϊκοί μεταξύ τῶν Χριστιανῶν μας. Χωρίς φόβο, ὡς ἐκ τῆς ὀλισθηρότητος τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, χωρίς βάθος, χωρίς αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης στό Θεό πού χαριτώνει δι’ ἁγιότητα βίου, χωρίς ταπείνωσι πού εἶναι τό ἄρωμά του, ἔχουν ξεφύγει κατά πολύ τῆς ὀρθοδόξου θεωρήσεως τῆς χριστιανικής μας ζωῆς, ὡς βιώματος μετά συνεπειῶν ἀναλόγων πρός τήν πίστι μας. Αὐτοί, ἐν ὀνόματι τυπικῶν λατρευτικῶν καθηκόντων, τά ὁποῖα ἐκτελοῦν μηχανικῶς ἄνευ βαθυτέρων ἱερῶν συγκινήσεων, ὑπερεξαίρουν τήν προσωπικότητά τους μεγαλαύχως καί, κομπορρημονοῦντες, δέν περιορίζονται μόνον σέ καυχησιολογίες γιά τήν θρησκευτικότητά τους, ἀλλά καί ὑπό τοῦ δαίμονος τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς οἰήσεως καί τῆς ἀλαζονείας ἐλαυνόμενοι, ἀγνοοῦν τό Δοτῆρα παντός ἀγαθοῦ καί τούς ἐνδεχομένους κινδύνους τῆς πτώσεώς τους, ἀφοῦ καί ἀσκηταί ἔπεσαν, καί κατακρίνουν πικρῶς κάθε ἄλλο τόν ὁποῖον ἤ νομίζουν πώς εἶναι, ἤ καί εἶναι ἁμαρτωλός, ὅπως ὁ διαβεβοημένος Τελώνης, τόν ὁποῖον μαστιγώνει ἀνηλεῶς, κατά τήν ὥρα μάλιστα τῆς προσευχῆς του, ὁ Φαρισαῖος πού ἔχει γίνει παγκόσμιος παροιμία γιά τήν ὑποκρισία του καί τήν ὑπερηφάνειά του.

Ὅμως ἕνας θεοφοβούμενος καί ἁγνός ἄνθρωπος ἔχει βεβαίως τή συνείδησι τῆς καταλαμπούσης τήν καρδιά του καί τήν ζωή του εὐαγγελικῆς ἀρετῆς, ἀλλ’ ἡ λεπτότης τήν ὁποίαν ἀπεργάζεται ὁ ἁγιασμός καί ἡ εὐγένεια, ὡς ἄνθη τοῦ ἀνωτέρου ἤθους, τόν ὠθεῖ μᾶλλον σέ βαθύτερη ἐνδοσκόπησι καί ταπείνωσι, ὅπως καί σέ κατανόησι ἔναντι τῶν συνανθρώπων του πού μπορεῖ ἐξ ἴσου νά ἀγωνίζωνται καί αὐτοί γιά τόν λυτρωμό τους ἀπό τά τυραννικά πάθη. Οἱ πραγματικῶς θρῆσκοι καί ἁγνοί ἄνθρωποι δέν μοιάζουν μέ τό φουσκωμένο ἀλέκτορα τοῦ μύθου πού διαλαλεῖ ἐπί τῆς στέγης τή νίκη του γιά νά ὑποτιμήσῃ τόν πληγωμένο συναλέκτορα, ἀλλ’ ἐν τῷ διαλαλεῖν ἐκεῖ τό κατόρθωμά του, ἁρπάζεται ἀπό τό γυπαετό, τοῦ ὁποίου οἱ γαμψοί ὄνυχες εἶναι φονικώτεροι γιά τόν θριαμβολόγο νικητή.

Ὁ θρησκευτικός ἐγωισμός εἶναι νόσημα ψυχικό καί ἐπικίνδυνο, γιατί τυφλώνει καί τά μάτια τῆς ψυχῆς, παραπλανᾶ τή συνείδησι λέγοντάς της ὅτι πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐπιταγές τοῦ Εὐαγγελικοῦ νόμου. Τόν τυποποιεῖ ἔτσι, ὥστε νά αἰσθάνεται καί ἄνεσι ἀποδεσμευόμενος ἀπό ἠθικές ὑποχρεώσεις καί καθήκοντα, καί τοῦτο, γιατί βρίσκεται κάτω ἀπό τή νοσηρή ψυχολογική κατάστασι τῆς τυπολατρείας. Στ’ ἀλήθεια, εἶναι φιλακόλουθος, σταυροκοπεῖται πυκνά, νηστεύει καί ὑπέρτακτα, φοιτᾶ ἀνελλιπῶς καί μετέχει σέ θρησκευτικές συνάξεις, παρακολουθεῖ «ἀγρυπνίες», «ξημερώνει» εἰκόνες στό σπίτι του κ.τ.τ. χτυπητά στά μάτια τοῦ κόσμου· ἠμπορεῖ ὅμως νά εἶναι καί συκοφάντης, διαβολεύς, κατάλαλος, ἄδικος, μνησίκακος, κακολόγος, φθονερός, δίψυχος καί, πρό παντός, ἐνεργῶν ἄνευ ἀγάπης πρός τόν ἀδελφό του.

Ἐδῶ πρόκειται περί ἰδιοτύπου ψυχολογίας ἀνθρώπου πού, ὅπως τά πράγματα βοοῦν, «πῆρε στραβό δρόμο» ὡς πρός τή γνῶσι τοῦ περιεχομένου τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί ἀρετῆς. Γιατί, πῶς ἄλλως νά ἐξηγηθῇ τό γεγονός ὅτι, ἐνῶ μυρίζει… λιβάνι, φιλοξενεῖ τήν «μπόχα» τοῦ σατανᾶ, πορευόμενος κατά τό θέλημά του; Μιά τέτοιας μορφῆς θρησκεία, καί ἄν ἀκόμη ἀπουσίαζαν τά ἀνωτέρω ἀναφερθέντα ἁμαρτήματα ἀπό τόν παράδοξο αὐτό φαρισαϊκό τύπο, καί τό ὅτι ὑπερηφανεύεται γιά δωρεές τοῦ Θεοῦ καί τίς θεωρεῖ βάθρο γιά τόν ἐξευτελισμό τοῦ πλησίον του πού ἐν συναισθήσει καί μετανοίᾳ ἀγωνίζεται νά σωθῇ τύπτων τά στήθη του καί κράζων ἐκ βαθέων τό: «Ὁ Θεός ἱλάσθητι μοι τῷ ἁμαρτωλῷ», τόν γκρεμιζει στά κατάβαθα τοῦ Άδη, «ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτόν ταπεινωθήσεται, ὁ δέ ταπεινῶν ἑαυτῶν ὑψωθήσεται».

Εἰκόνα ἀπὸ: pravoslavie.ru

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»