Ἀνάλυσις τοῦ Ἀποστόλου, B’ Τιμ.3, 10 – 15 τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ». (Σελ. 359 – 368)

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

«Οἵους διωγμούς ὑπήνεγκα! καί ἐκ πάντων με ἐρρύσατο ὁ Κύριος. καί πάντες δέ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται»(B’ Τιμ. 3, 11 – 12)

Ὅλοι οἱ ἀπόστολοι, ἀγαπητοί μου, ὅλοι βρίσκονταν διαρκῶς σέ ἐργασία καί κόπο, σέ ταλαιπωρίες καί θυσίες, γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ. Τό ἴδιο, καί μέ τό παραπάνω μάλιστα, ὁ Παῦλος, πού τόν ἀκούσαμε στό σημερινό ἀνάγνωσμα. Νουθετεῖ καί ἑτοιμάζει τό μαθητή του Τιμόθεο γιά τά παθήματα πού περιμένουν κι αὐτόν ἀλλά καί κάθε χριστιανό.

Μή νομίσουμε, πώς ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν κυλάει ἀμέριμνη καί στρωμένη μέ ροδοπέταλα. Καί ἀπόδειξι ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος. Ἡ ζωή του δέν ἦταν ἤρεμη καί ἀτάραχη. Ὑπέφερε πολλά. Κανένας ἄλλος δέν ὑπέφερε τόσα ὅσα ὑπέφερε ὁ Παῦλος.

Καί δέν εἶναι μόνο οἱ κόποι καί οἱ περιπέτειές του· δέν εἶναι μόνο οἱ ὁδοιπορίες, τό κρύο, ἡ πεῖνα, ἡ δίψα, οἱ κίνδυνοι σέ ξηρά καί σέ θάλασσα· αὐτά, τέλος πάντων, ὀφείλονταν σέ φυσικά αἴτια. Τό χειρότερο εἶναι, ὅτι συχνά εἶχε ἐπί πλέον καί διωγμούς. Οἱ δέ διωγμοί τοῦ Παύλου ὑποκινοῦνταν ἀπό ἀνθρώπους· ἀνθρώπους κακούς, πού ἐχθρεύονταν τό ἱερό ἔργο του, ἐνωχλοῦνταν, τόν μισοῦσαν καί ἀντιδροῦσαν μέ μανία.

Σπανίως ὁ Παῦλος ἔφευγε ἀπό μιά πόλι μέ εἰρηνικό τρόπο. Τίς περισσότερες φορές ἔφευγε κυνηγημένος. Τί βλέπουμε στίς Πράξεις τῶν ἀποστόλων, τό θεόπνευστο βιβλίο, πού μπορεῖ νά χαρακτηρισθῇ ὡς ἡμερολόγιο τῶν ἀποστόλων; Διωκόμενος ἔφυγε ἀπό τη Δαμασκό, μόλις πίστεψε στό Χριστό καί βαπτίσθηκε, καί ἦλθε ἐν συνεχείᾳ στά Ἱεροσόλυμα (βλ. Πραξ. 9, 24-26). Διωκόμενος ἔφυγε ἀπό τήν Ἀντιόχεια τῆς Πισιδίας καί ἦλθε στό Ἰκόνιο (βλ. αὐτ. 13, 50-52). Διωκόμενος ἀπό τό Ἰκόνιο ἦλθε στά Λύστρα τῆς Λυκαονίας (14, 1-8). Διωκόμενος ἀπό τά Λύστρα μετά ἀπό λιθοβολισμό ἦλθε στή Δέρβη (14, 19-20). Διωκόμενος ἐπίσης ἀργότερα ἀπό τούς Φιλίππους, ἀφοῦ προηγουμένως φυλακίσθηκε, ἔρχεται στή Θεσσαλονίκη (16, 12-40). Διωκόμενος ἀπό τή Θεσσαλονίκη ἔρχεται στή Βέροια (17, 5-10). Διωκόμενος κι ἀπό τή Βέροια ἔρχεται στήν Ἀθήνα (17, 13-15)… Ὅλη ἡ ζωή του ἦταν ἕνας διαρκής διωγμός.

Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἀπελπίσθηκε. Γεμᾶτος πίστι στό Χριστό, πού σταυρώθηκε γιά μᾶς ἀλλά νίκησε τό θάνατο καί ἀνέστη ἐκ νεκρῶν συνέχισε μέχρι τέλους τόν ἀγῶνα. Κι ὅταν πλησίαζε πιά ὁ θάνατός του, γράφει στόν Τιμόθεο αὐτά πού ἀκούσαμε· «Καί πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β’ Τιμ. 3, 12). Καί ὅλοι, δηλαδή, ὅσοι πιστεύουν μέ συνέπεια στό Χριστό, κι αὐτοί τά ἴδια θά συναντήσουν, κι αὐτοί θά διωχθοῦν.

Ἡ προφητεία αὐτή ἐκπληρώθηκε πράγματι ἄπειρες φορές μέσα στή ζωή κάθε χριστιανοῦ ἀλλά καί στήν ἱστορία ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπῆρξε ἅγιος πού νά μή διώχθηκε. Διωγμούς ὑπέστησαν ὅλοι οἱ χριστιανοί τῶν τριῶν πρώτων αἰώνων. Τότε οἱ μοχθηροί Νέρωνες, Δέκιοι, Διοκλητιανοί κι ἄλλοι εἰδωλολάτρες αὐτοκράτορες ἔβαλαν σκοπό τους νά ἐξοντώσουν τούς χριστιανούς, νά ξερριζώσουν τό δένδρο πού φύτεψε στή γῆ ὁ Χριστός. Στά χρόνια ἔπειτα τῶν ἁγίων πατέρων διωγμούς ὑπέμεινε ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ὁ γίγας αὐτός τῆς Ὀρθοδοξίας, πού πέντε φορές ἐκθρονίσθηκε καί ἐξωρίσθηκε. Διωγμούς δέχθηκαν ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, καί μάλιστα ὁ ἱ. Χρυσόστομος, πού ἐξωρίσθηκε στή μακρινή Κουκουσό, χωρίς ὅμως νά δειλιάσῃ καί νά καμφθῇ τό φρόνημά του, ὅπως δείχνουν τά τελευταῖα του λόγια «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν». Ἀλλά μήπως στά μετέπειτα χρόνια; Διωγμοί ἐπί εἰκονομαχίας, διωγμοί ἐπί φραγκοκρατίας, διωγμοί ἐπί τουρκοκρατίας. Ὁ Γρηγόριος ὁ Ε’ ἀπαγχονίσθηκε, τόν κρέμασαν στά προπύλαια τοῦ πατριαρχείου. Διωγμούς ὑπέστησαν καί ἀργότερα πολλοί κληρικοί, 400 δέ καί πλέον ρασοφόροι τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος μαρτύρησαν μαχόμενοι ἐναντίον ξενοκινήτων ἀθέων. Ἀλλά διωγμούς ὑπέστησαν καί λαϊκοί χριστιανοί, πού προτίμησαν νά ὑποστοῦν τά πάντα, παρά νά προδώσουν τήν ἁγία πίστι τοῦ Χριστοῦ.

Γεννᾶται τό ἐρώτημα· ποιά εἶναι ἡ αἰτία τῶν διωγμῶν τῶν χριστιανῶν; Γιατί ἡ τόση κακία τῶν διωκτῶν ἐναντίον ἀθῴων ἀνθρώπων, πού ὄχι μόνο κανένα δέν βλάπτουν, ἀλλά καί τόσο εὐεργετικοί εἶναι σέ ὅλους;

Πίσω ἀπό τή μανία τῶν διαφόρων διωκτῶν, παλαιοτέρων καί νεωτέρων, δέν βρίσκεται τίποτε ἄλλο παρά τό μῖσος τοῦ διαβόλου καί τῶν δαιμόνων κατά τῆς ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ. Τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου καίει τόν πονηρό καί τά ὄργανα του, τούς κάνει νά ἐξεγείρωνται καί σάν λύκοι νά καταδιώκουν τά ἄκακα πρόβατα τοῦ Χριστοῦ. Πραγματική αἰτία διωγμοῦ δέν ὑπάρχει. Προφάσεις μόνο καί συκοφαντίες ἐπιστρατεύονται κατά καιρούς. Ἄλλοτε εἶπαν, ὅτι οἱ χριστιανοί ἀσεβοῦν δῆθεν στή θρησκεία τῶν εἰδωλολατρῶν, ἄλλοτε ὅτι παρανομοῦν ἀπέναντι στό κράτος καί δέν τηροῦν τίς ὑποχρεώσεις τους, ἄλλοτε ὅτι ἔκαναν ἀπάνθρωπα ἐγκλήματα ἤ ἀκόμη καί φρικτές ἀνηθικότητες. Καί τί δέν εἶπαν ἐναντίον τῶν χριστιανῶν! Κι ὅλα αὐτά, γιά νά δικαιολογήσουν τό διωγμό τους στά μάτια τῆς κοινωνίας.

Ἀλλ’ ὅποιος εἶναι ἀδίστακτος στίς συκοφαντίες, εἶναι σκληρός καί ὠμός καί στά μέσα καί τούς τρόπους τοῦ διωγμοῦ. Ὅλα τά μέσα, πού μποροῦν ν’ ἀσκήσουν πίεσι, χρησιμοποιήθηκαν. Στούς διωγμούς, πού κήρυξαν δεδηλωμένοι ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ εἴτε στούς τρεῖς πρώτους αἰῶνες εἴτε καί μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, χρησιμοποιήθηκαν στήν ἀρχή μέν ἡ κολακεία, οἱ ὑποσχέσεις καί ὅτι ἄλλο μπορεῖ νά δελεάσῃ, ἔπειτα δέ ἡ ἀπειλή, οἱ διαταγές, ἡ ἐπικήρυξι, οἱ δίκες καί καταδίκες, ὁ ὑποβιβασμός καί ἡ καθαίρεσι ἀπό ἀξιώματα, ἡ στέρησι ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἡ σύλληψι, ὁ περιορισμός, ἡ φυλάκισι, τά δεσμά, τά κτυπήματα, ἡ πεῖνα καί ἡ δίψα, τά ποικίλα μαρτύρια, τέλος δέ ὁ θάνατος μέ τούς πιό ἀπάνθρωπους τρόπους, ἀπό τόν ἀκαριαῖο ἀποκεφαλισμό μέχρι τόν βραδύ βασανισμό, τήν παράδοσι σέ πεινασμένα θηρία, σέ σπαθιά, τροχούς, φωτιές καί μύρια ἄλλα. Ἐκτός ὅμως ἀπό τούς δεδηλωμένους ὑπάρχουν καί οἱ ὕπουλοι ἐχθροί τοῦ χριστιανισμοῦ, πού ἀσκοῦν ἀκήρυκτο διωγμό κατά τῶν χριστιανῶν πολλές φορές ἐκ τοῦ ἀφανοῦς. Αὐτός ὁ διωγμός, πού γίνεται «μέ τό γάντι» καί «σφάζει μέ τό βαμπάκι», συνηθίζεται περισσότερο στά νεώτερα χρόνια, στήν ἐποχή πού καυχᾶται γιά τόν πολιτισμό της. Αὐτό τό εἶδος διωγμοῦ φαίνεται πώς θά χρησιμοποιηθῇ ἰδίως στό μέλλον, στά χρόνια τοῦ ἀναμενομένου μεγάλου ἀντιχρίστου. Αὐτός ὁ διωγμός, πού εἶναι χειρότερος ἀπό τούς διωγμούς τοῦ παρελθόντος, ἔχει ἄλλα μέσα. Μέσα τοῦ συγχρόνου καί τοῦ μελλοντικοῦ διωγμοῦ εἶναι ἡ ἔμμεση πίεσι, ἡ ἐκμετάλλευσι τῆς ἀνάγκης, ὁ μελετημένος δελεασμός, ὁ πονηρός ἐξαναγκασμός, ἡ σιωπηρά περιφρόνησι, ἡ λεπτή εἰρωνεία, ὁ ἀφ’ ὑψηλοῦ χλευασμός, ἡ διακριτική ἀπομόνωσι, ὁ κοινωνικός παραγκωνισμός, ὁ «νόμιμος» καί «κανονικός» ἀφορισμός…..

Ἴσως ὅμως κάποιος σκανδαλισμένος ἀπορήσῃ· πῶς ὁ πανάγαθος Θεός ἐπιτρέπει τέτοιους διωγμούς;

Ἀπαντῶντας στήν ἀπορία αὐτή λέμε ὅτι παρ’ ὅλα τά ἀνωτέρω, ὁ διωγμός εἶναι ἕνας πειρασμός ἐξωτερικός, ὄχι ἐσωτερικός. Πλήττει ἀπ’ ἔξω. Γι’ αὐτό, μολονότι βαρύς καί δυσάρεστος, δέν εἶναι τόσο ἐπικίνδυνος, ὅσο θά νόμιζε κανείς. Βέβαια οἱ ἀμελεῖς καί δειλοί σέ καιρό διωγμοῦ γίνονται ἀρνηταί τοῦ Χριστοῦ καί ἀπομακρύνονται. Οἱ γενναῖοι ὅμως καί ἀληθινά πιστοί δέν βλάπτονται. Ἀντιθέτως μάλιστα ὠφελοῦνται. Ὅπως παρατηροῦμε στήν ἱστορία, ὁ διωγμός – μέσα στήν παντοδύναμη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ- μεταβάλλεται καί σέ εὐεργεσία. Μέ τό διωγμό λ.χ., πού ἔγινε στήν πρώτη ἐκκλησία ὅταν μαρτύρησε ὁ διάκονος Στέφανος, οἱ ἀπόστολοι διασκορπίσθηκαν ἔξω ἀπό τά Ἱεροσόλυμα κ’ ἔτσι ἡ Ἐκκλησία ἁπλώθηκε καί σ’ ἄλλες περιοχές (βλ. Πραξ. 8, 1-5). Μποροῦμε νά παρομοιάσουμε τό διωγμό μέ τό κλάδεμα τοῦ κλήματος. Ὅπως τό κλάδεμα φαίνεται ὅτι καταστρέφει τό κλῆμα, ἀλλά στήν πραγματικότητα τό ζωογονεῖ, γιατί τό ἀπαλλάσσει ἀπό περιττούς καί ἀρρωστημένους βλαστούς, ἔτσι ἐνεργεῖ καί ὁ διωγμός ἐπάνω στήν κάθε ψυχή καί σ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία. Καθαρίζει τό σῶμα καί ἐντείνει τήν πνευματική του ζωή. Ὁ μέγας ἀμπελουργός, ὁ Κύριος καί Θεός, φροντίζοντας γιά τήν προκοπή τῶν παιδιῶν του ἐπισκέπτεται τό ἀμπέλι του μέ τό κλαδευτῆρι καί «καθαίρει αὐτό, ἵνα πλείονα καρπόν φέρῃ» (Ἰωάν. 15, 2). Συνεπῶς ὁ διωγμός ἀποδίδει ἀγαθούς καρπούς καί ἔχουμε ἐκ τοῦ πικροῦ γλυκύ.

Ὁ διωγμός εἶναι γνώρισμα τῆς ζωῆς τῶν ἁγνῶν χριστιανῶν. Ἀντιθέτως, ὅπως ἀκούσαμε σήμερα, χαρακτηριστικό τῆς πορείας τῶν πονηρῶν καί διεστραμμένων ἀνθρώπων εἶναι ἡ προκοπή τους «ἐπί τό χεῖρον». Γι’ αὐτό ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἑρμηνεύοντας τό σημερινό ἀνάγνωσμα λέει· «Εἶναι ἀδύνατο, ἄνθρωπος πού βαδίζει τό δρόμο τῆς ἀρετῆς νά ζῆ χωρίς θλῖψι καί ὀδύνη πειρασμῶν. Πώς ἀλήθεια εἶναι δυνατόν, αὐτός πού βαδίζει τό «στενό» «δρόμο τῶν θλίψεων» (Ματθ. 7, 14); Αὐτός πού ἄκουσε, ὅτι «Στόν κόσμο θά ἔχετε θλῖψι» (Ἰωάν. 16, 33); Ἂν ὁ Ἰώβ ἐκεῖνα τά χρόνια ἔλεγε «Δοκιμαστήριο εἶναι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου πάνω στή γῆ» (Ἰώβ 7, 1), πόσο μᾶλλον τότε;…Δέν εἶναι δυνατόν ἄνθρωπος, πού καταπολεμεῖ τούς πονηρούς, νά μή βρίσκεται σέ θλῖψι. Δέν εἶναι δυνατόν νά πυγμαχῇ καί συγχρόνως νά καλοπερνᾷ, δέν εἶναι δυνατόν νά παλεύῃ καί συγχρόνως ν’ ἀπολαμβάνῃ. Λοιπόν ἀπό τούς ἀθλητάς κανείς μή ζητάῃ ἀνέσεις, κανείς νά περνάῃ μέ γαλήνη. Ἡ παροῦσα ζωή εἶναι πάλη, ἀγῶνας, πόλεμος, θλῖψι, στενοχώρια, δοκιμαστήριο, στάδιο ἀγώνων. Ἄλλος εἶναι ὁ καιρός τῆς ἀνέσεως· αὐτός εἶναι τῶν ἱδρώτων, αὐτός εἶναι τῶν κόπων ὁ καιρός» (εἰς τήν Β’ Τιμ. ὁμιλ. 8, 3 Ε.Π.Ε. 23, 616).

Οἱ ἁγνοί καί τίμιοι, καί ἄν ἀκόμη κάποτε, σέ καιρό ἀγνοίας, ὑπῆρξαν διῶκται τοῦ Χριστοῦ, ὅταν γνωρίζουν τήν ἀλήθεια, ἀμέσως ἀλλάζουν, καί εἶναι πρόθυμοι νά ὑποστοῦν τά πάντα γι’ αὐτόν. Στήν ἱστορία συχνά παρουσιάζεται τό φαινόμενο, διῶκται καί δήμιοι χριστιανῶν νά γίνωνται κι αὐτοί χριστιανοί καί μάρτυρες. Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκει καί ὁ Παῦλος, πού κάποτε ὑπῆρξε διώκτης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ’ ἀπό τήν ὥρα πού εἶδε τό φῶς ἔξω ἀπ’ τή Δαμασκό κι ἄκουσε τή φωνή «Σαούλ Σαούλ, τί μέ διώκεις;» (Πράξ. 9, 5) ἔγινε ὁ ἴδιος κήρυκας τῆς ἀληθείας του καί διωκόμενος γιά τόν Κύριο.

Καί σήμερα ἀσφαλῶς, ἀγαπητοί μου, ὁ διωγμός συνεχίζεται, ὑπό σύγχρονη μορφή. Ὅλοι οἱ πιστοί χριστιανοί ἔχουν λάβει πεῖρα. Μαθηταί σχολιάζονται, περιπαίζονται, χάνουν βαθμούς γιά τά φρονήματά τους, καί μαθήτριες ὀνειδίζονται διότι ἀρνοῦνται νά φορέσουν παντελόνι. Φοιτηταί ἀδικοῦνται, διότι δέν ὀργανώθηκαν σέ ἀντίχριστες συνδικαλιστικές παρατάξεις. Νέοι ὁδηγοῦνται στήν ἀστυνομία, διότι διανέμουν ὀρθόδοξα ἔντυπα ἤ καταστρέφουν ἀπρεπεῖς διαφημίσεις ἤ διαμαρτύρονται σέ ἀσεβῆ κινηματοθέατρα. Νέες χάνουν τή δουλειά τους, διότι δέν ἐνδίδουν σέ ἀνήθικες ἀξιώσεις προϊσταμένων τους. Στρατιῶτες καί ἀξιωματικοί ἀπειλοῦνται, διότι θεωροῦν ἀπαράδεκτες τίς βλασφημίες καί τή διαφθορά. Ἐργαζόμενοι δέχονται παρατηρήσεις ἤ καί ἀπολύονται, ἐπειδή δέν κλέβουν καί δέν λένε ψέματα. Μάρτυρες γίνονται κατηγορούμενοι, διότι ἀρνοῦνται νά ὁρκισθοῦν. Οἰκογενειάρχες ἐκδιώκονται ἀπό σπίτια, διότι εἶναι πολύτεκνοι. Ὀρθόδοξοι μηνύονται στά δικαστήρια, διότι ἀντιδροῦν στήν προπαγάνδα τῶν αἱρετικῶν. Θεολόγοι φιμώνοται καί ἀφορίζονται, διότι κηρύττουν τήν ἀλήθεια. Ἱερεῖς εἰσάγονται σέ δίκες, ἐπειδή κυνηγοῦν λύκους πού ἀπειλοῦν τήν ποίμνη τους. Ἐπίσκοποι διώκονται καί ἐκθρονίζονται γιά τήν ἀκεραιότητά τους… Ὅλα αὐτά βεβαιώνουν τήν ἀλήθεια, ὅτι «πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (ε.α.).

Ἃς μιμούμεθα λοιπόν κ’ ἐμεῖς ἀγαπητοί μου, τά παραδείγματα παλαιοτέρων καί νεωτέρων ἡρώων τῆς πίστεώς μας καί ἅς ἔχουμε χαρά ὅσες φορές στή ζωή μας συμβαίνει διωγμός πρός δόξαν Θεοῦ. Ὁ Χριστός εἶπε· «Μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καί διώξωσι καί εἴπωσι πᾶν πονηρόν ῥῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ» (Ματθ. 5, 11).

Εἰκόνα ἀπὸ: dveri.bg

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»