2η Ἀνάλυσις τοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς, ΙΖ’ ΜΑΤΘΑΙΟΥ Ματθ. ιε’ 21 – 28, ἀπό τό βιβλίον τοῦ  μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 89 – 91).

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Πολλές φορές πονεμένοι ἄνθρωποι πού καταφεύγουν στό Θεό μ’ ὅλη τή φλόγα τῆς πίστεώς τους καί μέ βεβαία τήν ἐλπίδα ὅτι θά τύχουν τῆς εὐεργεσίας, μπαίνουν σ’ ἕνα καμίνι δοκιμασίας. Καί τό καμίνι αὐτό εἶναι περισσοτέρας διαρκείας καί πυρακτωμένο ὅσῳ καί ὁ πιστός χύνει ἀφθονώτερα δάκρυα μπροστά στά πόδια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἕνα φαινόμενο, ἕνα γεγονός πού διαπιστώνεται ἀπό τήν καθημερινή πεῖρα. Αἰτήματα, πού ἐμεῖς τά κρίνουμε λογικά καί ἀδιάβλητα, ἐπειγούσης φύσεως μάλιστα, ἔμειναν καί μένουν ἀνεκπλήρωτα ἐπί πολύ χρονικό διάστημα, ὁπότε συμβαίνει νά ἀποκαλύπτωνται δυό εἰδῶν χαρακτῆρες κάτω ἀπό τήν πίεσι αὐτῆς τῆς δοκιμασίας:

Ὅσοι πιστεύουν χλιαρά στήν πρόνοια καί τήν πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί δέν ἔχουν τήν ἀρετή τῆς ὑπομονῆς, αὐτοί, ὄχι μόνον ἀπογοητεύονται ἐπειδή ἀμέσως δέν λαμβάνουν τήν ἀνταπόκρισι στό αἴτημά τους ἀλλά καί σκανδαλίζονται καί, ἴσως – ἴσως, ἐκφράζοντα μέ ἀσέβεια ἔναντι τοῦ Θεοῦ πού θέλουν, καλά καί σώνει, νά ἐκβιάσουν κατά κάποιον τρόπο τή θέλησί του. Ἴσως αὐτοί οἱ τύποι νά ἐνθυμοῦνται τό Θεό σέ καιρό θλίψεων, καί ὁ Θεός μέ τόν τρόπο του τούς ἐλέγχει ἔτσι ὥστε νά συναισθανθοῦν ὅτι ὁ Θεός ζῆ καί κατά τίς ἡμέρες τῆς εὐτυχίας τους, ἀλλά τόν λησμονοῦν.

Ἔπειτα ὑπάρχουν ἄνθρωποι πού ζητοῦν πράγματα ἀσύμφορα γιά τήν ψυχή τους, πού κι’ ἄν φαίνωνται ἐκ πρώτης ὄψεως λογικά, ἐν τούτοις ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδεικνύονται παράλογα καί βλαπτικά. Καί στήν περίπτωσιν αὐτή ὅσοι δέν ἔχουν εἰσδύσει στή σκοπιμότητα τῆς θείας παιδαγωγίας πού εἶναι πολύτροπος, δυσαρεστοῦνται, πικραίνονται, καί ἀποροῦν πῶς ἡ λογική τοῦ Θεοῦ δέν εὐθυγραμμίζεται μέ τή λογική τοῦ ἀνθρώπου. Μολονότι τοῦτο μᾶς φαίνεται κωμική παραδοξολογία, ἐν τούτοις συμβαίνει καί τοῦτο τό ἀπίθανο γιά ὅσους ἀποροῦν. Ὑπάρχει μιά, ἐξ ἀγνοίας, ἀφέλεια σέ πολλούς πιστούς ἀκόμη πού φρονοῦν ὅτι ἡ λογική τους πρέπει νά εἶναι καί λογική τοῦ Θεοῦ, καί ὄχι ἡ λογική τοῦ Θεοῦ νά εἶναι καί δική τους. Ἐδῶ ἔχει διαφορά τό πρᾶγμα. Ὅταν ὁ πιστός ἐρευνᾷ νά μάθη τή θέλησι τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιμένει νά κατεβάσῃ τή θέλησι τοῦ Θεοῦ στό μέτρο καί στό βαθμό τῆς ἀνθρωπίνης λογικῆς. Καί ὅταν δέν εὑρίσκῃ ἄμεση ἀνταπόκρισι τό αἴτημά τους, ἀπογοητεύονται καί, ἴσως νά πέφτουν στή θρησκευτική ἀδιαφορία καί νά καταφεύγουν στήν ἐπίκλησι δαιμονίων μέσῳ τῶν μέντιουμ, τῶν μαγισσῶν, τῶν καφετζούδων, τῶν χαρτοριχτρῶν κλ.π. ἀπατεώνων. Ἔτσι νομίζουν ὅτι μένουν καί καλοί Χριστιανοί μέ τῆς ἀνομίας τό δίπορτο: Ἂν ὁ Θεός δέν τούς ἀκούσῃ ἀμέσως, θά τρέξουν στό σατανᾶ!…

Ἔπειτα ὑπάρχουν καί πιστοί χαρακτῆρες ἀνθρώπων, οἱ πιό σωστοί καί εὐλογημένοι, πού εἶναι ἀπόλυτα ἐξηρτημένοι ἀπό τήν ἀγάπη, τήν εὐσπλαχνία καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὥστε, ὅταν ὁ Θεός δέν ἀπαντᾷ στό αἴτημά τους γιά λόγους σκοπιμότητος, ἀμέσως, ὅπως συνέβη με τή Χαναναία, ἐκεῖνοι ἐπιμένουν χωρίς νά λιγοστέψη ἡ δύναμι τῆς πίστεως καί τῆς ἐλπίδας των ὅτι ὁ Θεός θά ἐκπληρώσῃ ἔστω καί ἀργά, τό δίκαιον αἴτημά τους. Καί ἐπιμένουν καί ὑπομένουν κάθε εἴδους δοκιμασία πού ὁ Θεός ἐπιτρέπει μέ τό συλλογισμό ὅτι Ἐκεῖνος σοφά ἐνεργεῖ, ἀπείρως σοφά ἀπό τό σαρκικό μας πατέρα, πού ἄν τό παιδί του τοῦ ζητήσῃ αὐγό δέν θά τοῦ δώσῃ σκορπιό κι’ ἄν τοῦ ζητήσῃ ψάρι δέν θά τοῦ δώσῃ φίδι ἤ κι’ ἄν τοῦ ζητήσῃ ψωμί δέν θά τοῦ δώσῃ πέτρα. Λουκ. α’ 11 κ.α.

Ἡ Χαναναία, ἄν καί εἰδωλολάτρις, ἐπίστευεν ἀπόλυτα, ἀδίστακτα στή θαυματουργική δύναμι τοῦ Θεανθρώπου ὅπως ἀπέδειξεν ἡ ἀντοχή της στή σκληρή δοκιμασία πού τήν ὑπέβαλεν ὁ Ἰησοῦς. Καί ἡ πίστι μέ τήν κεραία τῆς συνελάμβανε καί τά κύματα τῆς καλωσύνης τῆς καρδιᾶς τοῦ Κυρίου, πρᾶγμα πού ἐδυνάμωνε καί τήν ὑπομονή καί τήν ἐπιμονή της, γιά νά δικαιωθῇ τό «ζητεῖτε καί εὑρήσετε, κρούετε καί ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ματθ. ζ’ 7. Καί πράγματι ἐδικαιώθη μέ τό ρῆμα τοῦ Χριστοῦ: «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις· γενηθήτω σοι ὡς θέλεις». Ἰδού περίπτωσι πώς καί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἴπαμε ἀνταποκρίνεται πρός τό θέλημα τοῦ πιστοῦ:«Καί ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης».

Τά διδάγματα εἶναι ξάστερα καί σαφῆ. Τά αἰτήματα μας ὑπόκεινται στήν κρίσι τοῦ Θεοῦ. Ἀπό μᾶς ἀπαιτεῖται ἀπόλυτοι πίστι στόν παντοδύναμο Θεό, τοῦ ὁποίου δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀγάπη πρός τό πλάσμα του, ὅταν αὐτό Τόν πιστεύῃ ὡς Πατέρα καί Θεό του πού βρέχει ἐπί δικαίους καί ἀδίκους μέ τόν ὑψηλότερο σκοπό νά πιστεύσουν ὅλοι καί νά ἔχουν αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης πρός τόν Εὐεργέτη πού δέν ζητεῖ καμμιά ἄλλη πληρωμή γιά τό καλό πού μᾶς κάνει, ἐκτός ἀπό τήν ἐναπόθεσι τῆς καρδιᾶς στήν παλάμη τοῦ Θεοῦ, πού ὁ ἴδιος μᾶς τήν ἔδωσε καθαρή. 

Εἰκόνα ἀπὸ: Habakuk

γιὰ τὸ «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»