Τοῦ μακαριστοῦ Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα ἀπό τό βιβλίο του: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 55 – 57)

τὸ ἔστειλε στὸ «σπιτὰκι» ὁ κ.Ἰωάννης Παναγιωτόπουλος

Σέ μία παραστατική εἰκόνα τῆς «Λαϊκῆς Ἀστρονομίας» τοῦ Καμίλλου Φλαμαρίωνος παρουσιάζεται ὁ Χρόνος ἐν προσωποποιήσει, ἀνήσυχος καί βιαστικός ἐπί τῆς γηΐνης σφαίρας κρατῶντας τό δρεπάνι τοῦ θανάτου καί τῶν ἐναλλαγῶν, σφαῖρα τήν ὁποίαν κυλίει μέ ἰλιγγιώδη ταχύτητα στό ἄπειρον, στό διάστημα, «παρασύρουσαν μεθ’ ἑαυτῆς τά ἐπ’ αὐτῆς ἐκκολαπτόμενα γένη.»

Εἶναι ἀρκετά ζωντανή νά διδάξῃ τό φευγαλέον τῆς ζωῆς, δεδομένου ὅτι ὁ μέν χρόνος εἶναι συμβατικός καί ὀφείλεται στίς φυσικές ἐναλλαγές ὡς ὁρόσημον μεταξύ τῶν ἐποχῶν τοῦ ἔτους, ἡ δέ ζωή μέ τίς μορφές καί τίς ποικιλίες τῶν εἰδῶν καί τῶν γενῶν, κλείουσα τό Μυστήριον τῆς γεννήσεως καί τοῦ θανάτου, ἀφίνει ἀναίσθητη καί τή γῆ καί τό χρόνο, ἐκτός τοῦ ἀνθρώπου πού σκέπτεται, ἀλλά καί φιλοσοφεῖ χωρίς νά κρατῇ τίποτε γιά τόν ἑαυτό του, ἐκτός ἀπό τούς στοχασμούς του, τά αἰσθήματά του, τίς ἀγωνίες του, τή σισύφειο πορεία του μέχρι τοῦ τάφου, πέραν τοῦ ὁποίου συνεχίζεται μιά νέα ζωή.

Ἐάν ὁ μέσος ὄρος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου θεωρηθῇ σέ ἐξῆντα χρόνια, ἡ καρδιά του, γιά νά συντηρηθῇ, θά χρειασθῇ νά ἀναγκάσῃ τή βαλβίδα της νά ανοιγοκλείση 6.480.000 περίπου φορές, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, χωρίς τήν παρεμβολή τῶν παραγόντων τοῦ βιαίου ἤ αἰφνιδίου ἤ καί φυσικοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος εἶναι ἀδυσώπητος καί σκληρός. Δέν προειδοποιεῖ, ἀφοῦ καί σέ περιπτώσεις πού οἱ Γιατροί διαπιστώνουν τόν ἐρχομό του καί προσδιορίζουν ἡμέρες καί ὧρες, ἔρχεται ἡ διάψευσι. Παραμένει γιά τούς λοιπούς ζωντανούς ὀργανισμούς ὁ Χρόνος, εἴτε εἶναι φυτικοί εἴτε εἶναι ζωικοί φθαρτοί καί θνητοί.

Ὅτι γεννιέται, πεθαίνει, ἐπειδή ἐδέχθη τῆς προγονικῆς κατάρας τίς συνέπειες καί, κατά τόν αἰώνιο Παῦλο «πᾶσα ἡ κτίσις συστενάζει καί συνωδίνει ἄχρι τοῦ νύν», μέ τήν προσδοκία τῆς λυτρώσεως, Ρωμ. η’ 28, γιατί, κατά τόν Ἀπ. Πέτρο καί, ἄν δέν ἀπατώμεθα, κατά τή Φυσική Ἐπιστήμη, βουλήσει Θεοῦ θά ἐπέλθῃ ἡ συντέλεια τῶν αἰώνων, ὁ θερμικός θάνατος καί ἡ τελεία ἀλλαγή τοῦ Σύμπαντος: «Οἱ οὐρανοί, γράφει, ροιζηδόν – δηλαδή μετά πατάγου παρελεύσονται, στοιχεῖα δέ καυσούμενα λυθήσονται καί γῆ καί τά ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται… Οἱ οὐρανοί πυρούμενοι λυθήσονται καί στοιχεῖα καυσούμενα τήκεται. Καινούς οὐρανούς καί καινήν γῆνκατά τό ἐπάγγελμα τοῦ Κυρίου προσδοκῶμεν, ἐν οἶς δικαιοσύνη κατοικεῖ». Β’ β’ 10. Αὐτός ὁ θερμικός θάνατος τοῦ Ἠλίου καί τοῦ Σύμπαντος θά συμβῇ καθ’ ὑπολογισμούς τῶν Φυσικῶν καί ἀστρονόμων μετά ἀπό πέντε ἕως ἐξ δισεκατομμύρια χρόνια, ὁπότε ποιός γνωρίζει ὅπως τονίζει καί σύγχρονος Ἀστρονόμος Χριστιανός, ἐάν ἄλλη μυστηριώδης δύναμι, κατά Θεοῦ βουλήν, δέν διαψεύσῃ τούς ἀνθρωπίνους ὑπολογισμούς τῶν πιθανοτήτων ἤ τούς δικαιώσῃ κατά τήν προφητική ρῆσι τοῦ Ἀπ’. Πέτρου!

Ἀλλ’ ἐκτός τούτου ὁ ἄνθρωπος δέν ζῆ δισεκατομμύρια χρόνια ὥστε «νά τό ρίξη ἔξω» πού λέγει ὁ λαός μας. Ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου περιορίζεται φυσιολογικῶς τοὐλάχιστον κατά μέσον ὅρον στά 60 ἤ 70 ἔτη. Μέ βάσι τά 60 ἔτη ζωῆς μας ἐδῶ, σημειοῦμεν ὅτι, ἀφαιρουμένου τοῦ ὕπνου πού καταλαμβάνει τό τρίτο τῆς ζωῆς, δηλαδή τά 20 ἔτη, μένουν 40 ἔτη ἐνεργειακά· ἀφαιρουμένων τῶν 25 ἐτῶν τοὐλάχιστον μέχρις οὗ ὁ νέος δημιουργηθῇ καί αὐτοκυβερνηθῇ σάν χρήσιμο κοινωνικό μέλος, μένουν στή διάθεσί του μόνον 15 ἔτη. Μέσα στόν κύκλο τῶν δεκαπέντε ἐτῶν καλεῖται ὁ ἄνθρωπος νά ἐκτελέσῃ τό σκοπό τῆς ὑπάρξεώς του καί νά ἐπιτύχῃ τόν προορισμό του σάν ἄνθρωπος καί σάν Χριστιανός κυρίως, οἱονδήποτε βιοποριστικόν ἐπάγγελμα καί ἄν ἔχῃ ἤ μόρφωσι.

Τά χρόνια τῆς ἐπιγείου ζωῆς μας εἶναι πολλά τότε, ὅταν εἶναι δημιουργικά καί φιλοσοφημένα κάτω ἀπό τό μάτι τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὅμως ἐλάχιστα γιά τούς σπαταλῶντας τόν καιρό τους σέ αἰσθησιακές ἀπολαύσεις καί ἀσωτεῖες, δεδομένου ὅτι ἡ φεῦσι τῶν κοσμικῶν ἐφαμάρτων ἡδονῶν εἶναι πραγματικός Ἅδης ἠθικῶς καί μεταφορικῶς.

Ὅσοι ἐξεμεταλλεύθησαν τό χρόνο καί ἐφήρμοσαν τό τῶν ἀρχαίων προγόνων μας ρῆμα «Φείδου Χρόνου» καί τά τοῦ Παύλου πού θεωρεῖ «συνεσταλμένον» τόν νύν καιρόν, αὐτοί «ἐξαγοράζουν» αὐτόν τόν καιρό Α’ Κορ. Ζ’ 29, Ἐφεσ. ε’ 16, καί θαυματουργοῦν διπλᾶ, γιατί ἐνεργοποιοῦντες τίς ψυχικές τους δυνάμεις προάγουν τόν πολιτισμό, φέρουν ἠθικήν ἡμέρωσι καί ὑλικήν εὐδαιμονία.

Δέν ὑπάρχει χρόνος γιά κείνους πού ζοῦν τό αἰώνιον παρόν. Καί τό αἰώνιον παρόν ζοῦν μόνον ὅσοι, ὀρθοδοξοῦντες θεωρητικά, ὀρθοπρακτοῦν, ὁπότε καί μετά τήν ἀποδημίαν τους ἐκ τοῦ κόσμου τούτου ἀπολαμβάνουν τῆς αἰωνίου μακαριότητος στήν πόλιν ἐκείνην, ἡ ὁποία «οὐκ ἔχει χρείαν ἠλίου οὐδέ σελήνης ἵνα φαίνωσιν αὐτῇ· ἡ γάρ δόξα Θεοῦ ἐφώτισεν αὐτήν….» Ἀποκ. ΚΑ’ 22 κ.ε.

Ἄς ἐξαγοράζουμε, λοιπόν, τόν καιρό ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραί εἰσί, κατά τόν Ἀπόστολο, Ἐφεσ. ε’ 16. 

Εἰκόνα ἀπὸ: earth-chronicles.ru

για το «σπιτάκι της Μέλιας»