Λουκᾶ ιη’ 35 – 43

Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἀνάβλεψον!

Πλησίαζεν ὁ Κύριος σέ Ἱεριχώ τήν πόλι
Ν’ ἀνάψῃ ἐκεῖ τό ἅγιο φῶς τῆς ποθητῆς ἀλήθειας
Πού ἦταν κρυμμένο ἀπ’ τίς γενιές τοῦ Κόσμου ἀπό τότε
Πού σήμανε τό γκρέμισμα ἡ πτῶσι πρωτοπλάστων.
Κι’ ἦρθαν σκοτάδια ὁλόπηχτα καί σκέπασαν τό πλάσμα
Καί ζοῦσε μεσ’ τήν ἄγνοια χωρίς θεογνωσία
Σέ μιά κατάντια μιᾶς ζωῆς χωρίς σκοπό κι’ ἀξία

Στό δρόμο, καί σέ μιά γωνιά, τυφλός ἕνας ἐπαίτης
Ἀκούει θόρυβο πολύ, ὀχλοβοή, κουβέντες.
Κι’ ἐρώτησε περίεργα κι’ ἐπίμονα: τί τρέχει;
Κι’ ἔλαβε τὴν ἀπάντησι ὅτι ὁ Ναζωραῖος
Περνάει ἀκολουθούμενος ἀπό χιλίαδες ὄχλου

Τότε ὁ τυφλός ἐβόησε μέ πίστι καί μέ πόνο:
Ἰησοῦ, Υἱέ Δαυΐδ, Κύριε, ἐλέησέ με!
Κι’ ἦταν τόσο σπαρακτική ἡ φωνή καί πονεμένη
Ὥστε οἱ διαβάτες μέ θυμό καί ἀγανακτισμένοι
Τοῦ εἶπαν νά πάψῃ γοερά, θρηνώδικα νά κράζῃ.
Ἀλλ’ ὁ τυφλός πού πίστευε πώς ἦρθε ἡ εὐκαιρία,
Νά γιατρευτοῦν τά μάτια του ἀπό τό φῶς τοῦ Κόσμου,
Ἔκραζε δυνατώτερα: Κύριε, ἐλέησέ με!

Τότε ὁ Κύριος διέταξε μπροστά του νά τόν φέρουν.
Καί σάν τόν φέραν, ρώτησε: τί θέλεις ἀπό μένα;
Νά ἀναβλέψω, Κύριε. Νά ἰδῶ τό φῶς μου πάλι.
«Ἀνάβλεψε», τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Ἡπίστι σου ἡ μεγάλη
Διπλό τό φῶς πού σούλειπε καί σήμερα στό δίνει.
Κι’ αὐτοστιγμεί γιατρεύτηκε. Φῶς! Εἶπε, φῶς! Νά! Βλέπω!

Κι’ ἀκολουθώντας τό Χριστό, δόξαζε τό Θεό του
Πού ἔστειλε τή Χάρι του κι’ ἀνέβλεψεν ἀμέσως
Μέ τ’ ἅγια λόγια τοῦ Χριστοῦ τοῦ Υἱοῦ Θεοῦ καί Λόγου
Ἐνῶ ὁ Λαός ἀνέμελπε ὕμνους στό Φωτοδότῃ
Στόν ἀγαθό καί στοργικό Πατέρα δώρων δότῃ
Σ’ ὅσους πιστεύουνε βαθειά, δέν μοιάζουν τοῦ προδότη.

Απότό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 461 – 462).

Εικόνα από: deiverbo

για το «σπιτάκι της Μέλιας»