1η.Ἀνάλυσιςτοῦ Εὐαγγελίου τῆς Κυριακῆς, ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ (Τοῦ Τυφλοῦ) Λουκ. ιη’ 35 – 43, ἀπό τό βιβλίον τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ» 1980. (Σελ. 455 – 457).

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ἡ γεῦσι, ἡ ὄσφρησι, ἡ ἁφή, ἡ ἀκοή καί ἡ ὅρασι εἶναι αἰσθήσεις ὑπηρετικές τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς ὡς λειτουργικῶν ὀργάνων καί ἐν συνδυασμῷ μέ τίς αἰσθήσεις τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου, τῆς ψυχῆς, ὑπηρετοῦν τό Μυστήριον της. Ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ὅμως εἶναι ἡ ὅρασι καί μόνον ὅσοι εἶχον τό ἀτύχημα νά τήν χάσουν ἠμποροῦν νά μιλήσουν γιά τήν ἀξία της.

Τά κάλλη τῆς Φύσεως, τό καταπληκτικό θαῦμα τῆς Δημιουργίας τόσο στό μικρόκοσμο ὅσο καί στό μεγαλόκοσμο ὁ ἔμπιστος χειραγωγός μας, ἡ ρύθμισι τῶν κινήσεών μας, ὁ ὑπολογισμός τῶν ἀποστάσεων, ἀλλά καί αὐτοῦ τοῦ χρόνου ἀκόμη κλπ. εἶναι ἐμπιστευμένα στά μάτια μας ἄνευ τῶν ὁποίων δέν ἔχει τόνο χαρούμενο ἡ ζωή, γιατί στερεῖται καί τῶν ἀφορμῶν γιά ὡραῖες ἐμπνεύσεις πού τά Σύμπαντα μέ τό σήμαντρό τους κινοῦν τίς χορδές τῆς λύρας τοῦ Δαυΐδ νά ψάλλουν τό φιλοσοφημένο ᾆσμα «Ὡς ἐμεγαλύνθη τά ἔργα Σου, Κύριε, πάντα ἐν σοφία ἐποίησας». Ψ. 103.

Ὁ τυφλός τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, βυθισμένος μέσα στό αἰσθητό πηχτό σκοτάδι, δέν ἐστερεῖτο μόνον τοῦ ὀργάνου μέ τό ὁποῖον θά ἠμποροῦσε νά ἀξιοποιήσῃ καί τίς σωματικές του δυνάμεις, ὥστε νά ζήσῃ ἀξιοπρεπῶς σάν ἄνθρωπος πού ἔχει τήν αὐτή ἀξία καί τά αὐτά δικαιώματα μέ ὅλους τούς συνανθρώπους του, ἀλλά καί τή δυνατότητα ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δέν εἶναι φυγόπονος καί πονηρός γιά νά ζῇ εἰς βάρος τῶν ἄλλων σάν ἕνα ἐνοχλητικό, ἀντικοινωνικό παράσιτο. Σήμερα, βέβαια, μέ τήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης, καί οἱ τυφλοί μέ τήν βοήθεια τῶν ἄλλων αἰσθήσεων ἀντικαθιστοῦν τό μειονέκτημα τῆς ἀορασίας, ἀρκεῖ νά ὑπάρξῃ θέλησι. Καί γράμματα μαθαίνουν, καί μουσική, καί εἰς ἐπιστήμονας ἐξελίσσονται οἱ τυφλοί, καί καταπληκτικοί σέ πνευματικές ἐπιδόσεις ἀποδεικνύονται, ἴσως λόγῳ τῆς περί ἑαυτούς συστροφῆς, τῆς ἐσωστρεφείας, ἐπειδή δέν διασπᾶται τό μυαλό τους κάτω ἀπό τήν ἐπήρεια τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου καί τίς ἐντυπώσεις του. Τότε ὅμως ἐκρίνετο καί ἦτο μέγα ἀτύχημα ἡ ἀπώλεια τῆς ὁράσεως, οἱ δέ τυφλοί ἐτοποθετοῦντο χειραγωγούμενοι ἀπό κάποιον ἀνθρωπιστήν σ’ ἕνα σταυροδρόμι νά ἐπαιτοῦν πρός ἐξοικονόμησιν τῶν πρός τό ζῆν ἀναγκαίων. Καί πλεῖστοι τῶν τυφλῶν εἶναι θρησκευτικώτεροι, ἠθικώτεροι καί πνευματικώτεροι ἀπό πολλούς πού ἔχουν ἀνοιχτά τά μάτια.

Καί ἡ ἀπόδειξι: πληροφορηθείς ὁ τυφλός ὅτι διέρχεται ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν, παρά τή σκληρή ἐπιτίμησι τῶν ἄλλων νά μή φωνάζη σπαρακτικά, ἐκεῖνος «πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν: Υἱέ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Καί ἡ φωνή του ἐντονωτάτη μέ τή φυσική δύναμι τῆς ἕλξεως τῆς φιλανθρώπου συμπαθείας ἔφραξε τό δρόμο τοῦ Ἰησοῦ, ὅστις, «σταθείς», τόν ἠρώτησε δι’ εὐνοήτου σκοπιμότητος λόγους: «τί σοι θέλεις ποιήσω;» Καί ὁ τυφλός δέν ἐζήτησε ἐλεημοσύνη πού τοῦ προσφέρουν οἱ διαβάτες, ἀλλ’ ἐκείνη πού μόνον ὁ Θεός ἠμπορεῖ νά τοῦ δώσῃ: «ἵνα ἀναβλέψω!» Γεμᾶτος πίστι στή θαυματουργοῦσα θεότητα τοῦ Κυρίου ὁ τυφλός, ἠλεήθη: «Ἀνάβλεψον» ἠκούσθη ἡ φωνή βροντερή καί ἀπό τά πλήθη. «Ἀνάβλεψον! Ἡ πίστις σου σέσωκέ σε». Καί «παραχρῆμα ἀνέβλεψε καί ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τόν Θεόν» ἐνῶ ὅλος ὁ λαός μπροστά στά μάτια τοῦ ὁποίου ἐγένετο τό θαῦμα, «ἔδωκε δόξαν τῷ Θεῷ».

Φυσικώτατο· γιατί Ἐκεῖνος πού εἶπε: «γεννηθήτω φῶς, καί ἐγένετο φῶς», Γένεσ. α’ 3, ὁ Ἴδιος εἶπε στόν τυφλό «ἀνάβλεψον» καί ἀνέβλεψε, γιά νά ἀκολουθήσῃ τόν Εὐεργέτῃ, πού εἶναι τό Φῶς τοῦ κόσμου. Σήμερα, δυστυχῶς, ἐνῶ πολλοί δέν στεροῦνται τοῦ ἀγαθοῦ τῆς ὁράσεως, παρουσιάζονται ὡς ψυχικῶς καί διανοητικῶς τυφλοί, ὅπως οἱ πεπωρωμένοι Φαρισαῖοι, Ματθ. κγ’ 16, οἱ ὁποῖοι δέν συνεκινοῦντο οὔτε ἀπό τά θεϊκά συγκλονιστικά θαύματά του, ἐνῶ ἐνόμιζαν τούς ἑαυτούς τους ὁδηγούς τυφλῶν καί «φῶς τῶν ἐν σκότει», παρά τήν τυφλότητά τους, γιά νά ἀκούσουν τό περιλάλητο «τυφλός δέ ἐάν τυφλόν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται». Ματθ. ιε’, 14. Ἡ ψυχική τύφλωσι εἶναι χειροτέρα ἀπό τή σωματική, γιατί ἐμποδίζει τό φῶς τῆς ἀλήθειας νά διεισδύση στά βάθη τῆς καρδιᾶς καί τά ἐγκεφαλικά κύτταρα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νά τραβήξη τό σωστό δρόμο πού χαράσσει μέ τό Εὐαγγέλιό Του ὁ Θεός, γιά νά μή συντριβῇ στούς βράχους τῆς ἀπιστίας καί βυθισθῇ στή βορβορώδη λίμνη τῶν παθῶν. Ἡ ψυχική καί διανοητική τύφλωσι ἀποδίδεται ἀπό τόν Παῦλο στόν θεό τοῦ αἰῶνος τούτου, τοὐτέστι στό Σατανᾶ. Β’ Κορινθ. δ’ 4.

Εικόνα από: sabor.by

για το «σπιτάκι της Μέλιας»