Ἀνάλυσις τοῦ Ἀποστόλου πρός Ἐφ. 6, 10 – 17, τῆς Κυριακῆς ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ, (Τοῦ Τυφλοῦ),ἀπό τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἐπισκόπου Αὐγουστίνου Ν. Καντιώτου: «ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ». (Σελ. 280 – 286)

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

«Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρός αἷμα καί σάρκα, ἀλλά πρός ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (φ’.6, 12)

Μή δειλιάσετε, μή φοβηθῆτε, ἀλλά πάρτε τά ὅπλα καί χτυπᾶτε ἀλύπητα τόν ἐχθρό! Ἔτσι ἀκούγεται σήμερα νά φωνάζῃ ὁ Ἀπόστολος. Μᾶς καλεῖ σέ πόλεμο ὅλους.

Σε πόλεμο; Θεός φυλάξοι! Θά πῇ κάποιος ἀπό τούς ἡλικιωμένους ἀκούγοντας τή λέξι πόλεμος, γιατί ἔχει πικρή πεῖρα τοῦ πολέμου.

Μικρός ἦταν, σχολεῖο πήγαινε, ὅταν χτύπησαν οἱ σειρῆνες καί εἶδε τά ἀεροπλάνα νά πετοῦν, νά ρίχνουν βόμβες καί νά σκοτώνουν ἀνθρώπους. Τό σχολεῖο ἔκλεισε. Ὁ δάσκαλος ἐπιστρατεύθηκε. Ὁ πατέρας του ἐπίσης, καί ὅλοι πῆγαν στό μέτωπο. Ἀγωνία στό σπίτι· ἆραγε θά γυρίσῃ ὁ πατέρας;…… Μέ λαχτάρα περίμεναν κάθε μέρα τόν ταχυδρομικό διανομέα, πού ἐρχόταν στό χωριό γιά νά μοιράσῃ τά γράμματα. Ὅταν ἔπαιρναν γράμμα ἀπό τόν πατέρα πού ἦταν στρατιώτης, κ’ ἔγραφε ὅτι ἐκεῖ ψηλά στά βουνά ὁ στρατός νικᾷ καί συνεχῶς προχωρεῖ καί καταλαμβάνει ἑλληνικά χωριά καί πόλεις πού ἦταν σκλαβωμένες στόν ἐχθρό, ἡ χαράτοῦ μικροῦ ἤτανε μεγάλη. Ὁ πόλεμος ἐκεῖνος τελείωσε. Ὁ μικρός μεγάλωσε, ἔγινε νέος, καί ἐνῶ περίμενε ν’ ἀποκατασταθῇ κοινωνικῶς, νά παντρευτῇ νά κάνη οἰκογένεια καί νά ζήσῃ σάν τίμιος οἰκογενειάρχης, ξαφνικά χτυποῦν καί πάλι οἱ σειρῆνες καί καλοῦν σέ πόλεμο. Ὁ πατέρας του εἶναι τώρα πιά γέρος καί τόν χρειάζεται γιά τίς γεωργικές δουλειές. Ἀλλ’ ὁ νέος δέν μπορεῖ νά μείνῃ· τόν καλεῖ ἡ πατρίδα. Καί μέ δάκρυα στά μάτια ἀφήνει γέροντες γονεῖς καί πηγαίνει στό μέτωπο. Σκληρός εἶναι ὁ πόλεμος. Τά βόλια πέφτουν χαλάζι. Τά βουνά σείονται. Τά κορμιά πέφτουν νεκρά σάν τά στάχυα πού τά θερίζει τό λεπίδι τῆς θεριστικῆς μηχανῆς. Ἐπί τέλους ὁ πόλεμος τελειώνει καί πηγαίνει στό σπίτι του. Παντρεύεται, δημιουργεῖ οἰκογένεια, καί βλέπει τά παιδιά του νά μεγαλώνουν καί νά γίνωνται νέοι. Ἀλλά καί πάλι σειρῆνες ἀκούγονται· κι αὐτός πού μικρό παιδί εἶδε τόν πατέρα του νά πηγαίνῃ στρατιώτης, κι ὅταν ἦταν νέος πῆγε κι ὁ ἴδιος στρατιώτης, τώρα πού πέρασαν τά χρόνια κι ἄρχισαν ν’ ἀσπρίζουν τά μαλλιά καί ἤθελε κι αὐτός ὕστερα ἀπό τόσα βάσανα καί περιπέτειες ν’ ἀπολαύσῃ μιά ἥσυχη ζωή, νά κι ἀκούει νά χτυποῦν οἱ σειρῆνες γιά τρίτη φορά. Πόλεμος! Καί αὐτός, πού ξέρει ἀπό προσωπική πεῖρα τί σκληρό πρᾶγμα εἶναι ὁ πόλεμος, βλέπει τώρα τό παιδί του νά πηγαίνῃ στόν πόλεμο καί ἡ πατρική του καρδιά τρέμει καί μόνο μέ τή σκέψι πώς δέν θά τό ξαναδῇ….

Περασμένη γενιά! Ἔζησες μέσα σέ πολέμους καί «ἀκοάς πολέμων» (Ματθ. 24, 6· Μᾶρκ. 13, 7). Εἶναι ἑπόμενο, ὅταν ἀκοῦς πόλεμο ν’ ἀνησυχῇς καί νά ταράζεσαι. Θά ἤθελες, ποτέ νά μή γίνῃ πιά πόλεμος, ἀλλά πάντα σ’ ὅλο τόν κόσμο νά βασιλεύῃ ἡ εἰρήνη.

Καί ὅμως πόλεμος! Ἀλλ’ ὁ πόλεμος, ὅπου μᾶς καλεῖ ἡ σάλπιγγα τοῦ Ἀποστόλου, δέν εἶναι σάν τούς πολέμους πού γίνονται ἀνάμεσα στά κράτη. Εἶναι ἕνας πόλεμος πολύ διαφορετικός. Γιατί, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, στόν πόλεμο αὐτό πού μᾶς καλεῖ ὁ Θεός δέν ἔχουμε νά παλέψουμε μέ κορμιά ἀνθρώπων, πού εἶναι πλασμένα ἀπό σάρκες καί αἵματα. Εἶναι πόλεμος πνευματικός, πόλεμος ἀόρατος· κ’ ἔχουμε νά παλέψουμε μέ τούς πιό φοβερούς ἐχθρούς πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Μή γελάσετε, παρακαλῶ, ὅταν τώρα ἀκούσετε τό ὄνομα τῶν ἀοράτων αὐτῶν ἐχθρῶν πού μᾶς πολεμοῦν. Γιατί μόνο ἄπιστοι, διεφθαρμένοι καί γι’ αὐτό ἀνόητοι ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι λύνουν τά ζητήματα τῆς θρησκείας σβήνοντάς τα μέ μιά μονοκοντυλιά. Πόσο πλανῶνται, πόσο πλανῶνται! Δέν ὑπάρχουν στόν κόσμο μόνο αὐτά πού βλέπουμε· ὑπάρχουν κι ἄλλα πράγματα, ἀόρατες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν τόση κακία καί μῖσος ἐναντίον τῆς ἀνθρωπότητος, ὥστε ἄν ἦταν στό χέρι τους θά κατέστρεφαν τούς πάντας καί τά πάντα, καί μετά θά κάθονταν πάνω στά ἐρείπια νά γελοῦν καί νά καγχάζουν γιά τήν καταστροφή. Γέλα λοιπόν, ὦ ἄπιστε καί ἄθλιε ἄνθρωπε! Θά ‘ρθῃ ὥρα, πού ἐσύ θά κλαῖς ἀπαρηγόρητα, καί ἄλλοι θά γελοῦν καί θά καγχάζουν γιά τή συμφορά σου. Κι αὐτοί πού θά γελοῦν καί θά καγχάζουν – ἄς τούς ὀνομάσουμε – θά εἶναι οἱ δαίμονες. Αὐτοί εἶναι οἱ πιό μεγάλοι ἐχθροί σου, πού ἐσύ λές πώς δέν ὑπάρχουν. Κι αὐτό πού λές, ὅτι δέν ὑπάρχουν, εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἐπιτυχία τῶν δαιμόνων. Γιατί, ἄν ἔκανες στρατιώτης, ξέρεις πολύ καλά, ὅτι τότε ὁ ἐχθρός εἶναι πολύ ἐπικίνδυνος, ὅταν κατορθώσῃ νά κρύβεται, νά καμουφλάρεται. Ὁ στρατός τότε προχωρεῖ ἀνύποπτα, χωρίς καμμιά προφύλαξι, καί ξαφνικά ὁ ἐχθρός, πού δέν φαινότανε, ξεπροβάλλει ἀπότομα κι ἀρχίζει νά χτυπᾶ. Οἱ στρατιώτες τότε αἰφνιδιάζονται, χάνουν τό ἠθικό τους, τούς πιάνει πανικός καί φεύγουν. Κάτι τέτοιο δέν ἔπαθε καί ὁ στρατός μας τό 1912 στά ὑψώματα τοῦ Ἀμυνταίου; Κρυμμένος ὁ ἐχθρός ἐπετέθη ξαφνικά καί μιά ὁλόκληρη μεραρχία κινδύνευσε νά διαλυθῇ.

Μεγάλη, λοιπόν, ἐπιτυχία τοῦ σατανᾶ εἶναι νά κρύβεται. Μέ τά ὄργανά του, τούς πράκτορές του, μέ τούς δῆθεν μορφωμένους ἐπιστήμονες, διαδίδει, ὅτι δέν ὑπάρχει. Ἔτσι οἱ ἄνθρωποι ἀνύποπτοι βαδίζουν τό δρόμο τῆς ζωῆς, κι ὅταν ξαφνικά ὁ σατανᾶς τούς ἐπιτεθῇ, τούς βρίσκει ἀπροετοίμαστους, τούς νικᾷ καί τούς καταστρέφει ψυχικῶς. Ἐνῶ, ἄν πίστευαν πώς ὑπάρχει διάβολος, πού μισεῖ τόν ἄνθρωπο μ’ ἕνα ἀπερίγραπτο μῖσος καί σάν λιοντάρι πεινασμένο τρέχει δεξιά κι ἀριστερά γιά ν’ ἁρπάξῃ καμμιά ψυχή, τότε οἱ ἄνθρωποι θά ἐλάμβαναν ὅλα τά μέτρα πού συνιστᾶ ἡ ἁγία Γραφή γιά νά νικήσουν τόν ἐχθρό.

Ὁ πόλεμος κατά τοῦ διαβόλου δέν εἶναι εὔκολος, γιατί ὁ σατανᾶς δέν εἶναι μόνος του. Ἔχει συμμάχους ἰσχυρούς, πού τόν βοηθοῦν στά σχέδιά του τά καταχθόνια· εἶναι οἱ κακοί ἄνθρωποι, εἶναι οἱ ἄπιστοι καί διεφθαρμένοι ἄνθρωποι, πού ποτέ τους δέν ἔχυσαν ἕνα δάκρυ μετανοίας, ἀλλά κοροϊδεύουν τά πάντα, αὐτοί οἱ ἔξυπνοι, καί κηρύττουν, ὅτι σατανᾶς δέν ὑπάρχει, κόλασι δέν ὑπάρχει, καί τέλος Θεός δέν ὑπάρχει.

Σύμμαχος δέ τοῦ σατανᾶ, ἀκόμη ἰσχυρότερος, εἶναι τά δικά μας ἐλαττώματα καί πάθη. Τά πάθη εἶναι σάν φωτιά πού καίει μέσ’ στήν καρδιά μας. Καί σ’ αὐτή τή φωτιά ὁ σατανᾶς ρίχνει τό λάδι του, γιά νά φουντώση περισσότερο. Ὁ σατανᾶς πηγαίνει στόν καθένα ἄνθρωπο καί, ἀναλόγως μέ τίς ἀδυναμίες πού ἔχει, τόν ἐρεθίζει γιά νά κάνη τό α ἤ τό β κακό.

Φοβερή λοιπόν εἶναι ἡ δύναμι τοῦ διαβόλου. Ἀλλ’ ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει, ὅτι οἱ χριστιανοί δέν πρέπει ν’ ἀπελπίζωνται. Γιατί εἶναι στρατιώτες τῆς ἐνδόξου στρατιᾶς τοῦ Χριστοῦ. Ἔχουν ὅπλα ἰσχυρά, ὅπλα πνευματικά, ὅπλα πού ὅποιος ξέρει νά τά μεταχειρίζεται καλά νικᾷ. Θέλετε νά μάθετε, ποιά εἶναι τά ὅπλα αὐτά; Ἀκοῦστε τα, ὅπως τά ὀνομάζει ὁ Παῦλος παίρνοντας τήν ὀνομασία ἀπό τά ὅπλα τῆς ἐποχῆς του. Ζώνη στρατιωτική εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὑποδήματα εἶναι ἡ προθυμία καί ὁ ζῆλος γιά τή χριστιανική ζωή. Ἀσπίδα μεγάλη, πού σκεπάζει ὅλο τό σῶμα, εἶναι ἡ πίστις. Κράνος, πού προφυλάσσει τό κεφάλι, εἶναι ἡ προσοχή γιά τήν καθαρότητα τῆς σκέψεως. Σπαθί κοφτερό, πού ἄν τό δῇ ὁ σατανᾶς τρέμει καί φεύγει, εἶναι τό φλογερό κήρυγμα πού πρέπει νά κηρύττεται παντοῦ. Καί ἄν θέλετε νά ὀνομάσουμε κ’ ἐμεῖς ἕνα τελευταῖο ὅπλο μέ φρασεολογία τῆς δικῆς μας ἐποχῆς, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, ὅτι ἀσύρματος εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ἡ πανοπλία τοῦ χριστιανοῦ. Μ’ αὐτά τά ὅπλα ὡπλισμένος, πολεμᾶ γενναῖα, καί νικᾷ καί θριαμβεύει ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος. Ἀμήν.

Εικόνα από: crestinortodox.ro

για το «σπιτάκι της Μέλιας»