Κυριακή Θ’ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιβ’. 16 – 21)

Μακαριστοῦ Ἀρχιμανδρίτῃ Χριστοφόρου Ἀθ. Καλύβα Ἱεροκήρυκος

το έστειλε στο σπιτάκι ο κ.Ιωάννης Παναγιωτόπουλος

Ὁ ἄφρων

Κάποιος πού πίστευε πολύ στή δικαιοκρισία
Καί τήν ἀντικειμενική θέσι πού ὁ Κύριός μας
Ἔπαιρνε σέ ζητήματα Κοινωνικῆς Προνοίας
Εἶπε μιά ἡμέρα στό Χριστό τίς διαφορές νά λύσῃ
Πού εἶχε μέ τόν αὐτάδελφο, κι αὐτός νά ἠρεμήσῃ.

Καί ὁ Χριστός πού ἐρευνᾷ τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας
Πλεονεξία διέγνωσε στούς δυό. Καί τόνισέ του
Τόν ἔκαμε προσεκτικό στόν ὑλικό τόν πλοῦτο
Δέν μ’ ἔβαλε διαμεριστή κανείς ἀνάμεσά σας
Εἶπε. Καί τ’ ἀφηγήθηκε τοῦ Ἄφρονα Πλουσίου
Παραβολή διδακτική γιά κάθε πλεονέκτη

Κάποιου ἀνθρώπου πλούσιου προκόψαν τά σπαρτά του
Κι’ ἄφθονο εἶδε τόν καρπό ἀπ’ τά γεννήματά του
Κι’ ἀντί τή φτώχεια νά σκεφτῇ ἀφοῦ Θεό δοξάσῃ
Κι’ ἔτσι ἡ χαρά νά προστεθῇ στό σπίτι καί νά παύσῃ
Νά περιορίζῃ τό καλό μονάχα στό ἐγώ του
Βογγοῦσε κι’ ἀναστέναζε καί μέ τόν ἑαυτό του
Μονολογοῦσε κι’ ἔλεγε: πῶς νά ἀποθηκεύσω
Τόσα ἄφθονα ἀγαθά. Δέν ἔχω ἄλλο χῶρο

Γύριζε, στριφογύριζε ὅλη τή νύχτα νἄβρῃ
Μιά λύσι. Καί τήν κονταυγή μέ μάτια τοῦ ξενύχτη
Ἔσκουξε κι’ εἶπε μέ χαρά: βρῆκα, εὑρῆκα, λύσι
Θά τίς γκρεμίσω τίς παληές, μικρές μου ἀποθῆκες
Στή θέσι τους τεράστιες ἐγώ θά οἰκοδομήσω
Κι’ ἐκεῖ θά κλείσω τά πολλά ποικίλα ἀγαθά μου
Καί μ’ ὅπως πρέπει σιγουριά θά εἰπῷ καί στήν ψυχή μου
Ψυχή μου ἐσύ μή σκέπτεσαι γιά τό δικό σου μέλλον
Γι’ ἄπειρα χρόνια ἀγαθά ἔχεις καί ρῖχτο ἔξω
Φάγε ἐσύ, καί πιέ, ἐσύ, μονάχα ἐσύ εὐφραίνου
Ζῆσε ἐσύ, ἀπόλαυσε τά τόσα ἀγαθά μου
Εὐφραίνεται ἡ καρδούλα μου, εὐφραίνεται ἡ καρδιά μου.

Μά ἐκεῖ στή νεκρική σιγή τῆς νύχτας του ἀκούει
Μιά ἄγνωστη τρανταχτερή φωνή νά τοῦ μυλάῃ:
Ἄφρονα πού λογάριασες χωρίς τόν ξενοδόχο
Πεθαίνεις τούτη τή στιγμή. Σέ ποιόν θά τά ἀφίσῃς
Τά ὑλικά σου ἀγαθά, ἀφοῦ θ’ ἀποδημήσῃς
Ἐκεῖ πού δέν χρειάζονται; Τί ἔχεις ν’ ἀπαντήσῃς;
Βουβάθηκε. Γιατί ἡ ψυχή δέν τρέφεται μέ χῶμα
Παρά μέ ἔργα ἀγαθά ἀκόμα καί ἀκόμα.

Πηγή: Τό βιβλίο τοῦ μακαριστοῦ Ἱεροκήρυκος Ἀρχιμ. Χριστοφόρου Ἄθ. Καλύβα: «ΛΑΛΕΙ ΚΥΡΙΕ…. ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟΝ», 1980 (σελ. 420 – 421). 

Εικόνα «Η παραβολή του ανόητου πλουσίου» έργο του Rembrandt από: wikipedia

για το «σπιτάκι της Μέλιας»

violet flower smiley